Τι είναι οικονομία; (Παράδοση κοινωνικού πανεπιστήμιου)

380809_280459685335576_134884423226437_748051_1736868426_n

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ.

1Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΤΙΤΛΟΣ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ; ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΙ ΠΡΕΣΒΕΥΟΥΝ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ; ΒΑΣΙΣΟΝΤΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Η ΜΟΝΟΝ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;

Εισηγητής: Γιάννης Κυριακάκης

Ερώτηση: Τι είναι για σας οικονομία, και τι θεωρείτε ότι οφείλει να κάνει μια «οικονομική επιστήμη»;

  1. Εισαγωγή

Μια από τις προνομιακές περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας και γενίκευσης που περιβάλλεται από μια σειρά ισχυρές και σχεδόν αδιαμφισβήτητες βεβαιότητες, βεβαιότητες που προβάλλονται ως «η φυσική τάξη των πραγμάτων», είναι η περιοχή της οικονομίας. Η πιο ισχυρή βεβαιότητα που επικρατεί στην σημερινή βιομηχανική κοινωνία είναι πως η «οικονομία» καθορίζει την κοινωνία, πως οι οικονομικές σχέσεις είναι εν τέλει καθοριστικές και για όλες τις υπόλοιπες. Άρα και το πρώτο ερώτημα που θέτουμε αφορά σε αυτήν, την φαινομενικά άκαμπτη βεβαιότητα. Είναι τελικά η οικονομία η βάση όλων των κοινωνικών σχέσεων; Κι αν είναι, τι περιλαμβάνουμε στον όρο «οικονομία»; Κι αν είναι, ήταν πάντα έτσι; Ή μήπως είναι έτσι μόνο στην παρούσα δομή της κοινωνίας; Δύσκολα ερωτήματα αλλά θα προσπαθήσουμε να τα συζητήσουμε στην πρώτη μας αυτή σύναξη, συζητώντας παράλληλα και τις βασικές αρχές της σύγχρονης οικονομικής σκέψης, και όλου αυτού του πράγματος που ονομάζουν «οικονομική επιστήμη» από την σκοπιά της κυρίαρχης ιδεολογίας και της καπιταλιστικής ηγεμονίας.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το πρώτο βασικό ερώτημα, τι είναι οικονομία και αν καθορίζει τελικά σε όλες τις εποχές και όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης η οικονομία ολόκληρη την κοινωνική ζωή του ανθρώπου.

  1. Ήταν πάντα η οικονομία τόσο κυρίαρχη; Τι είναι τελικά οικονομία και πως έφτασε να καθορίζει την κοινωνική ζωή; Η ανάδυση του καπιταλισμού.

Αν κάποιος ανατρέξει στα περισσότερα εγχειρίδια της οικονομικής επιστήμης, θα βρει διάφορους ορισμούς της οικονομίας οι οποίοι, σχεδόν όλοι, συγκλίνουν στην εξής ιδέα-ορισμό: Οικονομία είναι η διαχείριση περιορισμένων φυσικών πόρων με σκοπό την παραγωγή αγαθών που ικανοποιούν τις ανθρώπινες ανάγκες. Από αυτό προκύπτει ότι και η οικονομική επιστήμη μελετά τις καλύτερες δυνατές επιλογές των ανθρώπων σε σχέση με την παραγωγή, την διανομή/ανταλλαγή και την κατανάλωση αγαθών που ικανοποιούν τις ανθρώπινες ανάγκες. Αυτές οι επιλογές εξειδικεύονται σε τομείς, που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «συντελεστές» της παραγωγής, δηλαδή την γη (μαζί με το υπέδαφος και ό, τι βρίσκεται στην επιφάνεια, δηλαδή αυτό που λέμε «πρώτες» ύλες), την εργασία, και το κεφάλαιο. Ως εργασία νοείται η ανθρώπινη δραστηριότητα που απαιτείται για την παραγωγή ενός αγαθού ή την διεκπεραίωση μιας υπηρεσίας, και ως κεφάλαιο το σύνολο των εργαλείων και των μέσων που απαιτούνται για να μπει μπροστά η παραγωγική διαδικασία. Όλα αυτά φαίνονται λογικά και αυτονόητα. Μάλιστα με την μια ή με την άλλη μορφή μπορεί να πει κανείς, πως σε όλες τις εποχές και όλους τους τόπους εμφανίζονται αυτοί οι τρεις συντελεστές, πρώτες ύλες, εργασία, εργαλεία, όπως και η προσπάθεια του ανθρώπου να τους οργανώσει όσο το δυνατόν καλύτερα σε όφελος της επιβίωσής του και της εξέλιξής του πάνω στη γη.

Ωστόσο αν αυτά ήταν πάντα έτσι, τίθεται το ερώτημα του γιατί οι άνθρωποι δεν δημιούργησαν ποτέ μια διανοητική παράδοση, μια δεξαμενή εμπειριών και ιδεών που να ασχολείται με την οικονομία πριν την έλευση του καπιταλισμού. Πράγματι το πρώτο αμιγώς οικονομικό έργο στον κόσμο ήταν ο «Πλούτος των Εθνών» του Adam Smith ο οποίος βέβαια ήταν ηθικός φιλόσοφος, που δημοσιεύτηκε το 1776. Ακολούθησε το «οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας» του David Ricardo το 1817, ενώ τα πρώτα τμήματα οικονομίας στα πανεπιστήμια δημιουργήθηκαν μόλις στα 1890! (Varoufakis 1998: 4). Πράγματι, πριν την εδραίωση του καπιταλισμού οι κοινωνίες και οι διανοούμενοί τους δεν ασχολούνταν με την οικονομία. Ο λόγος ήταν ότι πριν τον καπιταλισμό, δεν υπήρχε αυτόνομη οικονομική σφαίρα στις κοινωνίες. Το τι θα παραχθεί, πως θα διανεμηθεί, πως θα ανταλλαχτεί και το τι θα καταναλωθεί, αποθηκευτεί κλπ. καθοριζόταν από τις σφαίρες της πολιτικής εξουσίας, της θρησκείας και της συγγένειας. Συνήθως οι κάτοχοι της πολιτικής εξουσίας ήταν και κάτοχοι των συντελεστών της παραγωγής, της γης, των εργαλείων, ενώ έλεγχαν και την εργασία των παραγωγών είτε άμεσα μέσω της δουλείας και της δουλοπαροικίας, είτε έμμεσα μέσω των φόρων υποτέλειας σε κατακτημένους πληθυσμούς και ανθρώπους. Για αυτό και ο όρος οικονομία προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και σημαίνει την διαχείριση του οίκου, αναφέρεται στην μικροκλίμακα της οικογένειας, έστω της ευρείας οικογένειας, και δεν αφορά την δημόσια σφαίρα. Η δημόσια σφαίρα ήταν κατειλημμένη από πολιτικές, συγγενικές και θρησκευτικές ηγεμονίες που έλεγχαν την παραγωγή και καθόριζαν τις ανταλλαγές με σκοπό την διαιώνιση της ηγεμονίας τους. Ένα μέρος της παραγωγής συντηρούσε απευθείας τους δουλοπάροικους υποτελείς, και το μεγαλύτερο μέρος πήγαινε στον ηγεμόνα ο οποίος συντηρούσε με αυτό την εξουσία του. Πολύ μικρό μέρος διοχετεύονταν σε τοπικές και δια-τοπικές αγορές οι οποίες ελέγχονταν επίσης πλήρως από τους ηγεμόνες. Έτσι και η διανόηση ασχολούνταν με την θεολογία, την φιλοσοφία, τα μαθηματικά, αλλά όχι με την οικονομία.

Αυτό άρχισε να αλλάζει κατά τον 15ο αιώνα στην Ευρώπη. Υπάρχουν τρείς διακριτές θεωρητικές προσεγγίσεις-υποθέσεις για τις ομάδες γενεσιουργών συνθηκών που επέτρεψαν την ανάδυση του καπιταλισμού στην Ευρώπη. Η πρώτη προσέγγιση αυτή της «εμπορευματοποίησης» υποστηρίζει πως τα πρώτα ρήγματα στην φεουδαρχία έφερε η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου κυρίως λόγω της τεχνολογικής προόδου στην κατασκευή καραβιών και τη ναυσιπλοΐα. Οι έμποροι έτσι απέκτησαν σταδιακά δύναμη και πλούτο αγοράζοντας προϊόντα φτηνά από τις μακρινές χώρες και πουλώντας τα ακριβά στην Ευρώπη. Η δεύτερη προσέγγιση δίνει έμφαση στην ανάπτυξη των εγχώριων αγορών αντί για τις διεθνείς μεταφορές, όπου ο έλεγχος τους πέρασε σταδιακά από τους ηγεμόνες στους εμπόρους μέσω της αύξησης του πληθυσμού, της ζήτησης σε εργαλεία, υφάσματα (μαζί με τους νερόμυλους και ανεμόμυλους αναπτύχθηκε και η υφαντουργία στην Ευρώπη, ήδη από τον 12ο αιώνα, όπως είδαμε στο 1ο μάθημα της γενικής ανθρωπολογίας) και άλλα προϊόντα, ενώ η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στις ειδικές συνθήκες της φεουδαρχίας στην Αγγλία. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι λόγω της υπερ-συγκέντρωσης της γαιοκτησίας σε πολύ λίγα χέρια αριστοκρατών στην Αγγλία σταδιακά η γαιο-πρόσοδος αντικαταστάθηκε με ενοίκιο σε χρήμα, με αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της παραγωγής από τους αγρότες για να πληρώνουν το νοίκι, τον σταδιακό εκχρηματισμό των συναλλαγών, αλλά και την μεγαλύτερη διοχέτευση προϊόντων στις τοπικές αγορές, αντί για τις αποθήκες των γαιοκτημόνων. Το πιο πιθανό είναι όλοι αυτοί οι παράγοντες να έδρασαν συνδυαστικά ανάλογα με τον τόπο και τις συνθήκες. Όπως και να έχει, τα αποτελέσματα της σταδιακής εμπορευματοποίησης της παραγωγής στην Ευρώπη ήταν η παραγωγή να προσανατολίζεται όλο και πιο πολύ στο να προσαρμόζεται στις ανάγκες των αγορών, και στα προϊόντα που είχαν κάθε φορά μεγαλύτερη αξία και καλύτερη τιμή στις αγορές. Έτσι στην Αγγλία είχαμε από τον 15ο ως τον 18ο αιώνα τις περίφημες «περιφράξεις» όπου προηγούμενα κοινή γη ή και γη γαιοκτημόνων που πριν δίνονταν σε δουλοπάροικους αγρότες περιφρασσόταν για χρήση εκτροφής προβάτων για την παραγωγή μαλλιού που ήταν το πιο ανταγωνιστικό προϊόν που παρήγαγε η Αγγλία για τις διεθνείς αγορές.

Η σταδιακή επικράτηση της παραγωγής για τις αγορές αντί για την αυτοσυντήρηση των παραγωγών και για το φόρο στον γαιοκτήμονα ή τον βασιλιά, έφερε σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Κατά πρώτον οι έμποροι άρχισαν να ασχολούνται και οι ίδιοι με την παραγωγή, γεγονός που έφερε τα πρώτα εργοστάσια τα οποία με την σειρά τους έδωσαν ώθηση στην αναζήτηση τεχνικών καινοτομιών για την αύξηση της παραγωγής. Κατά δεύτερον μέρος της τάξης των αριστοκρατών γαιοκτημόνων και ειδικά οι δευτερότοκοι και πέρα, που συνήθως δεν κληρονομούσαν την γη, άρχισαν να ασχολούνται οι ίδιοι με το εμπόριο και την βιομηχανία και αργότερα με τα αποικιακά εγχειρήματα και την πολιτική. Κατά τρίτον ένα μεγάλο μέρος των αγροτών εξοστρακίζονταν από την γη, είτε λόγω των περιφράξεων, είτε λόγω του ανταγωνισμού που επέβαλαν τα υψηλά ενοίκια στους ιδιοκτήτες. Ο εξοστρακισμός των αγροτών από την γη, έφερε την σταδιακή αστικοποίηση, αλλά τροφοδότησε και με εργατικά χέρια τα εργοστάσια που δημιουργούνταν στα αστικά κέντρα. Μια τέταρτη εξέλιξη ήταν η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας σε θεσμούς που αντανακλούσαν τις νέες οικονομικές δυνάμεις, τους εμπόρους και τους βιομηχάνους, δίπλα στους παραδοσιακούς των γαιοκτημόνων και του βασιλιά. Όλες αυτές οι εξελίξεις που ήταν πολύ πιο έντονες στην Αγγλία από ότι αλλού (και για αυτό έδωσαν στην Αγγλία πλεονέκτημα στον διεθνή ανταγωνισμό) δεν συντελέστηκαν ξαφνικά, αλλά σταδιακά σε βάθος τριών ή τεσσάρων αιώνων. Οι αλλαγές δεν ήταν μόνο οικονομικές αλλά και βαθιά πολιτιστικές. Είναι ένα ερώτημα που θα μας απασχολήσει και στη συνέχεια το κατά πόσο οι οικονομικές αλλαγές συντελέστηκαν αυτόνομα και καθόρισαν και τις αλλαγές στην κουλτούρα ή υπήρχε μια συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ της οικονομίας και άλλων αλλαγών που γινόντουσαν σε άλλες σφαίρες. Είναι διάσημη η πραγματεία του Max Weber για τον Προτεσταντισμό και το πώς διευκόλυνε το «πνεύμα» του καπιταλισμού. Θα τα συζητήσουμε όλα αυτά αργότερα.

Για την ώρα θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε συνοπτικά τις βαθιές αλλαγές στην κουλτούρα, δηλαδή στον τρόπο ζωής, τις κοινωνικές σχέσεις, την πρακτική, τις κοσμοαντιλήψεις και τις ιδέες. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή ήταν ότι εφόσον η δύναμη πέρασε από την γαιοκτησία στο εμπόριο και την βιομηχανία αμφισβητήθηκε και μετά από αιματηρούς πολέμους και εξεγέρσεις τελικά υποσκελίστηκε η κληρονομικότητα στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Όμως όχι μόνο εκεί. Οι μεγάλες μάζες που έφυγαν από την αγροτική γη, κατέκλυσαν και στην ουσία δημιούργησαν τα αστικά κέντρα, αποκόπηκαν από την κληρονομιά του επαγγέλματος. Πριν από το 1500 δεν υπήρχε το ερώτημα του επαγγέλματος στον άνθρωπο. Το επάγγελμα ήταν προδιαγεγραμμένο. Τα παιδιά των αγροτών γίνονταν αγρότες, τα παιδιά των τεχνητών, τεχνίτες, τα παιδιά των γαιοκτημόνων γαιοκτήμονες, με τους δευτερότοκους να βολεύονται στον κλήρο, στον στρατό και στην πολιτική (και στην πορεία στις υπερπόντιες κατακτήσεις και την αποικιοκρατία) και κάποιοι στην επιστήμη όταν αυτή άρχισε να αποδεσμεύεται από τα μοναστήρια. Η ζωή στα αστικά κέντρα και η δουλειά στα εργοστάσια δημιούργησε την ανασφάλεια του επαγγέλματος που δεν υπήρχε πριν. Σε αυτό το σημείο έχουμε ήδη μια τομή σε σχέση με το βασικό ερώτημα αυτού του μαθήματος. Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που δεν έχει καμμιά σκοτούρα του τι δουλειά θα κάνει, αφού αυτό είναι προδιαγεγραμμένο, ούτε τι μισθό θα πάρει, ούτε τι εφόδια πρέπει να έχει για την αγορά εργασίας, ούτε ποτέ στη ζωή του να έχει την «ελεύθερη» επιλογή επαγγέλματος. Ανεξάρτητα από το αν αξιολογούμε τη ζωή αυτού του ανθρώπου ως ελεύθερη ή ανελεύθερη, σκεφτείτε, θα πίστευε ποτέ ότι η «οικονομία», ή η συγγένεια και η κληρονομικότητα καθορίζει την ζωή του; Όμως δεν ήταν μόνο αυτή η βαθιά τομή. Ακόμα πιο βαθιά τομή ήταν η καθιέρωση της μισθωτής εργασίας ως βασικής σχέσης εργασίας. Ενώ πριν οι γαιοκτήμονες ήταν κατά κάποιο τρόπο υπεύθυνοι για την επιβίωση των δουλοπάροικων που ζούσαν στη γη τους, με την μισθωτή εργασία οι βιομήχανοι απαλλάχτηκαν από κάθε ευθύνη για την επιβίωση και την υγεία των εργατών πέρα από τον μισθό που τους έδιναν, ενώ δεν υπήρχε καμμιά απολύτως πρόνοια για τους ανέργους, και τους περιπλανώμενους πρώην αγρότες που γίνονταν ζητιάνοι, πόρνες και μικροαπατεώνες στις πόλεις. Έτσι γεννήθηκε το φαινόμενο της ακραίας φτώχειας και της πείνας που δεν υπήρχε πριν από τον καπιταλισμό! Μια άλλη σημαντική εξέλιξη στην κουλτούρα και στην κοινωνία ήταν η μετατόπιση της πολιτικής δύναμης και η ασίγαστη πάλη για την εξουσία ανάμεσα στην παλιά αριστοκρατία και τη νέα αστική τάξη των εμπόρων και των βιομηχάνων. Αξίζει να σταθούμε λίγο εδώ γιατί είναι αυτή η πάλη που γέννησε το σύγχρονο έθνος κράτος, το οποίο γέννησε με την σειρά του ένα πλήθος άλλα χαρακτηριστικά της κουλτούρας έως ότου αντικαταστήσει πλήρως την παλιά εξουσία των φεουδαρχικών ηγεμονιών.

  1. Μερκαντιλισμός και έθνος κράτος

Η παλιά εξουσία των βασιλείων και των ηγεμονιών βασιζόταν στο δόγμα του μερκαντιλισμού, σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να ενθαρρύνεται η εγχώρια παραγωγή και οι εξαγωγές και να αποθαρρύνονται οι εισαγωγές. Ο λόγος ήταν απλός. Η δύναμη του βασιλιά και των τοπικών ηγεμόνων βασίζονταν στους φόρους, κυρίως σε είδος, που επέβαλαν στους ντόπιους παραγωγούς. Αυτοί οι φόροι σε αγαθά, πωλούνταν σε ξένους απευθείας ή μέσω εμπόρων, κι ένα μέρος από αυτούς πάλι μέσω ελεγχόμενων από τον ηγεμόνα ή βασιλιά εμπόρων αναδιανέμονταν στις μικρές εσωτερικές αγορές. Τα έσοδα από αυτή την μετατροπή των φόρων είδους (συνήθως σιτηρών και δημητριακών) σε νόμισμα, όπου το κέρδος ήταν απόλυτο για τους ηγεμόνες πήγαιναν στα θησαυροφυλάκιά τους. Με αυτό τον πλούτο που μάζευαν συντηρούσαν την αυλή τους, μοίραζαν αξιώματα και έτρεφαν τους μισθοφόρους μέσω των οποίων διεξήγαγαν πολέμους και διατηρούσαν την εξουσία τους. Προϋπόθεση για την λειτουργία αυτού του συστήματος ήταν ο αυστηρός έλεγχος των εμπόρων και η αυστηρή απαγόρευση της κερδοσκοπίας από μέρους τους, έτσι ώστε να μην υπάρχει άνοδος των τιμών στις τοπικές αγορές, και όλο το κέρδος να πηγαίνει στο βασιλιά από το εξωτερικό εμπόριο. Οι εισαγωγές όμως δεν ήταν εύκολο να ελεγχθούν.

Έναν τρόπο που είχαν για να αποτρέπουν εισαγόμενα αγαθά στο βασίλειό ή την ηγεμονία τους ήταν τα διόδια στους ξένους εμπόρους που δεν έλεγχαν. Ένα καραβάνι με εμπορεύματα συναντούσε κάθε τρείς και λίγο διόδια σε κάθε ηγεμονία ή τοπικό φέουδο, ενώ όταν έφτανε σε μια τοπική αγορά αντιμετώπιζε τον έλεγχο και την διατίμηση από τον τοπικό ηγεμόνα ή τον βασιλιά. Οι έμποροι αλλά και αργότερα οι βιομήχανοι είχαν κάθε συμφέρον από την άρση αυτών των εμποδίων. Ένας έμπορος κέρδιζε το ίδιο ή και περισσότερο από τις εισαγωγές αγαθών αφού μπορούσε να αγοράζει φτηνά και να πουλάει ακριβά, ειδικά σε περιόδους που η σοδειά σιτηρών ή δημητριακών σε μια χώρα πήγαινε στραβά, ενώ σε μια άλλη πήγαινε καλά. Τους ντόπιους ηγεμόνες όμως συνέφεραν μόνον οι εξαγωγές. Έτσι η διάσταση αυτή των συμφερόντων και η αυξανόμενη δύναμη των εμπόρων και βιομηχάνων, γέννησε μια σκληρή και αδυσώπητη ταξική πάλη που συντάραξε την Ευρώπη για τρείς αιώνες. Στο επίκεντρο αυτής της πάλης ήταν η πολιτική εξουσία και η δομή της. Οι έμποροι και οι βιομήχανοι είχαν συμφέρον από την αποδυνάμωση των τοπικών αρχόντων και την συγκέντρωση της εξουσίας σε ένα κέντρο. Έτσι δημιουργήθηκαν τα μεγάλα αστικά κέντρα στην Ευρώπη (το Λονδίνο είχε ένα εκατομμύριο κατοίκους ήδη από τον 18ο αιώνα) και η όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας σε θεσμούς στους οποίους μετείχαν σταδιακά και μέλη της αστικής τάξης.

Συμφέρον επίσης των αστών και βιομηχάνων ήταν να δημιουργηθούν και θεσμοί προστασίας των ίδιων απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές τους, και διευκόλυνσής τους στις ριψοκίνδυνες επιδρομές τους σε μακρινές χώρες, ή αργότερα στην καταλήστευση των αποικιών. Επίσης η δημιουργία μιας εθνικής οντότητας, τους απάλλασσε από τα προβλήματα των δεκάδων τοπικών νομισμάτων, των εκατοντάδων διαφορετικών ειδών μέτρησης και βάρους που κυριαρχούσαν σε μια χώρα στο μεσαίωνα, ενώ ευνοούσε και την δημιουργία μιας αγοράς γης και εργασίας, δίπλα από την αγορά των εμπορευμάτων. Έτσι από την ιδεολογία των ευγενών και αριστοκρατών απέναντι στον απλό λαό, περάσαμε σταδιακά στην ιδεολογία του «έθνους» απέναντι στα άλλα έθνη. Η απίστευτη κερδοφορία που εξασφάλιζε και το εμπόριο σκλάβων από την Αφρική προς τις αποικίες της Αμερικής, αναβίωσε και τον ρατσισμό μαζί με τον εθνικισμό. Η δημιουργία των σύγχρονων εθνών κρατών ευνοήθηκε όχι μόνο από την ανάγκη συγκέντρωσης της πολιτικής εξουσίας για τις ανάγκες των εμπόρων και βιομηχάνων αλλά και για την δημιουργία θεσμών ελέγχου και πειθάρχησης των μεγάλων μαζών των μισθωτών εργατών, των ανέργων, των ζητιάνων και όλων όσων είχαν φύγει από το καθεστώς της δουλοπαροικίας. Βέβαια η ταξική πάλη με τους αριστοκράτες της γης, δεν είχε κριθεί οριστικά υπέρ των αστών ακόμα και τον 18οαιώνα, γιατί όλες αυτές οι αλλαγές περιείχαν και σοβαρές αντιφάσεις και εκρηκτικά προβλήματα, πέρα από τους πολέμους μεταξύ των νεοσύστατων κρατών για την ηγεμονία στις διεθνείς αγορές και τις αποικίες. Τα βασικά προβλήματα ήταν οι συνθήκες εξαθλίωσης στις πόλεις και ο φόβος ότι η ανεξέλεγκτη παραγωγή και το εμπόριο θα οδηγούσε σε υπερπαραγωγή κάποιων προϊόντων και σε έλλειψη κάποιων άλλων αφού όπως ζητούσαν οι αστοί δεν θα υπήρχε κάποια αρχή, ο βασιλιάς ή ο ηγεμόνας που θα φρόντιζε για την κάλυψη των αναγκών των υπηκόων του.

Στις αντιφάσεις αυτές ήρθαν να δώσουν λύση, τουλάχιστον όπως πίστευαν οι ίδιοι, οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι. Ο ρόλος των φιλοσόφων και αργότερα των επιστημόνων στην κοινωνική ζωή ήταν να δρουν είτε απολογητικά, είτε κριτικά πάνω σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα. Δεδομένου ότι αυτή η πραγματικότητα ήταν δομημένη πάνω σε αντιθέσεις, οι διανοούμενοι έπαιρναν και παίρνουν μια θέση πάνω σε αυτές τις αντιθέσεις ενισχύοντας την μια ή την άλλη πλευρά, ανεξάρτητα αν υποστηρίζουν ότι μιλούν για το σύνολο της πραγματικότητας. Με την δράση αυτή οι διάφορες θεωρίες δεν ήταν και δεν είναι απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας αλλά ενεργή παρέμβαση σε αυτήν με σκοπό να την στρέψουν στη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Στο πεδίο της οικονομίας αυτή η διαδικασία είναι τόσο εξόφθαλμη που είναι πραγματικά άξιο απορίας πως αποκρύβεται τόσο αποτελεσματικά εδώ και δυο αιώνες ο ιδεολογικός χαρακτήρας των οικονομικών θεωριών. Για να το καταλάβουμε αυτό θα πρέπει να δούμε την συνολικότερη κουλτούρα στην ιστορική της εξέλιξη.

 

 

  1. Σμιθ, Ρικάρντο, Μαρξ και η κλασική πολιτική οικονομία

Όπως είπαμε ο Άνταμ Σμιθ ήταν ηθικός φιλόσοφος στo πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Την εποχή που έγραφε κυρίαρχη ήταν η αντίθεση των γαιοκτημόνων με τους αστούς εμπόρους και βιομήχανους. Στην σύγκρουση αυτή ο Άνταμ Σμίθ προσπάθησε να συστηματοποιήσει μια ομάδα επιχειρημάτων υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Όπως είπαμε βασικό σημείο της σύγκρουσης ήταν το αν έπρεπε να υπάρχει έλεγχος στην παραγωγή και στην διακίνηση των εμπορευμάτων από τους ηγεμόνες όπως συνέβαινε την εποχή του μερκαντιλισμού. Η προσπάθεια του Ανταμ Σμιθ ήταν ευφυής, σήμανε την γέννηση της πολιτικής οικονομίας και θεμελίωσε τα βασικά επιχειρήματα υπέρ του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος που χρησιμοποιούνται από τότε σχεδόν από κάθε απολογητή του ως άρθρα πίστης. Απαντούσε στο ερώτημα του αν η ελεύθερη παραγωγή και διακίνηση των εμπορευμάτων θα προκαλούσε αναρχία και χάος στην κοινωνία ή ελλείψεις ενός προϊόντος σε βάρος ενός άλλου στην αγορά με τον εξής τρόπο: Ας υποθέσουμε ότι κάποιος παράγει ένα αγαθό ας πούμε παπούτσια χωρίς περιορισμό στην παραγωγή και το διαθέτει επίσης χωρίς περιορισμούς στην αγορά.

Αν ο παραγωγός παπουτσιών παράγει πάρα πολλά παπούτσια, που δεν χρειάζονται οι αγοραστές, τότε τα παπούτσια θα του μείνουν στο ράφι. Για να μπορέσει να τα πουλήσει και να μην του μείνουν, θα ρίξει την τιμή τους πολύ χαμηλά, ενώ θα επιβραδύνει την παραπέρα παραγωγή τους μέχρι να αδειάσει το ράφι του. Όσο λιγοστεύουν τα παπούτσια από το ράφι, σιγά σιγά η τιμή θα ανεβαίνει, γιατί όλο και περισσότεροι θα προτιμούν να αγοράζουν πολύ φτηνά παπούτσια. Σε λίγο διάστημα τα παπούτσια θα εξαφανιστούν από τα ράφια κι ο παραγωγός θα αρχίσει να παράγει ξανά πουλώντας σε υψηλότερη τιμή. Έτσι μέσω της προσφοράς και της ζήτησης κάποια στιγμή θα επέλθει ισορροπία και ο παραγωγός θα παράγει όσα παπούτσια χρειάζονται σε μια τιμή ισορροπίας. Γενικεύοντας αυτό το παράδειγμα ο Σμιθ πίστευε ότι όλα τα προϊόντα στην ελεύθερη αγορά τείνουν σε αυτήν την τιμή ισορροπίας.

Παρόλο που ο παραγωγός καπιταλιστής έχει ως σκοπό το όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, ή αλλιώς το περίφημο «αόρατο χέρι» της αγοράς πιέζει προς την τιμή ισορροπίας όπου το κέρδος είναι σχεδόν μηδενικό. Γιατί αν η τιμή είναι υψηλή η ζήτηση πέφτει και η παραγωγή σταματάει. Έτσι η προσφορά και η ζήτηση πιέζει την τιμή σε ένα σημείο ισορροπίας όπου το κόστος σχεδόν ισούται με την τιμή πώλησης. Πως όμως εξασφαλίζουν οι καπιταλιστές το κέρδος; Εδώ έρχεται μια άλλη μαγική φράση που εισήγαγε ο Άνταμ Σμιθ, ο «ελεύθερος ανταγωνισμός». Σύμφωνα με αυτόν, οι παραγωγοί καπιταλιστές αφού δεν μπορούν να επηρεάσουν την προσφορά και την ζήτηση, στρέφονται στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής, και αναγκάζονται μέσω τεχνολογικών καινοτομιών να μειώσουν το κόστος της παραγωγής, έτσι ώστε να μπορούν να πωλούν πιο πολλά και πιο φτηνά προϊόντα. Όσο δε περισσότερο ανταγωνίζονται μεταξύ τους τόσο πιο πολύ ωφελείται ο καταναλωτής, που φτάνει να αγοράζει φτηνά και τεχνολογικά προηγμένα προϊόντα. Αυτή η θεωρία ήταν βέβαια ευφυής, αφού πρέσβευε ότι τα ατομικά συμφέροντα των καπιταλιστών αλληλοεξουδετερώνονταν στον ανταγωνισμό με αποτέλεσμα να ωφελείται η κοινωνία με την συνεχή τεχνολογική πρόοδο, είχε όμως και κάποια σοβαρά κενά που θα δούμε ευθύς αμέσως.

Πρώτος εντόπισε τα κενά της θεωρίας του ελεύθερου ανταγωνισμού ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, Άγγλος γαιοκτήμονας και πολιτικός, που έγραψε τις «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας» στα 1817. Ο Ρικάρντο, ο οποίος ως πολιτικός και φιλόσοφος κατά κάποιο τρόπο πήγαινε ενάντια στα συμφέροντά του ως γαιοκτήμονας, επεσήμανε δυο πολύ απλές αλήθειες: Πρώτον ότι δεν έχουν όλα τα εμπορεύματα την ίδια αξία για την κοινωνία και δεύτερο και σημαντικότερο ότι δεν είναι όλοι οι ιδιοκτήτες γης και κεφαλαίου βιομήχανοι που ενδιαφέρονται για την τεχνολογική καινοτομία. Επηρεασμένος από την κρίση των Ναπολεόντιων πολέμων, όταν Άγγλοι γαιοκτήμονες ενθάρρυναν την εισαγωγή δημητριακών για να αυξήσουν τις τιμές στην αγορά, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της πείνας και της εξαθλίωσης στις πόλεις της Αγγλίας, ο Ρικάρντο επεσήμανε πως κάποια προϊόντα είναι πολύ πιο ζωτικά για την επιβίωση ενός λαού από ότι άλλα, και από την άλλη ότι υπάρχουν ιδιοκτήτες κεφαλαίου, κυρίως γης, που δεν ασχολούνται καθόλου με την τεχνολογική καινοτομία, αλλά κερδοσκοπούν μέσα από την αύξηση των ενοικίων γης ή των εμπορευμάτων που εισάγονται. Ο Ρικάρντο εισήγαγε τον όρο «Ραντιέρηδες», rentiers στα αγγλικά, που ενώ σημαίνει αυτούς που εισπράττουν ενοίκια, έφτασε να είναι συνώνυμο με τον κάθε λογής κερδοσκόπο. Οι παρατηρήσεις του Ρικάρντο ήταν πολύ σημαντικές και οδηγούσαν στην ανάγκη κάποιου είδους πολιτικού ελέγχου στην αγορά χωρίς βέβαια να αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία της στην οικονομική ζωή.

Και ο Σμιθ και ο Ρικάρντο ασχολούνταν με την οικονομία ως συνολικού φαινομένου και έβλεπαν την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων ως συστατικό στοιχείο της. Έβλεπαν την κοινωνία να αποτελείται από τρείς τάξεις, τους γαιοκτήμονες, τους καπιταλιστές και τους εργάτες σε αντιστοίχιση με τους τρείς συντελεστές παραγωγής, γη, κεφάλαιο, εργασία και προσπαθούσαν να επινοήσουν μοντέλα των σχέσεων μεταξύ των τάξεων αυτών, αλλά και μοντέλα ρύθμισης ή απορρύθμισης των σχέσεων αυτών από την μεριά της πολιτικής εξουσίας με σκοπό την καλύτερη δυνατή λειτουργία της παραγωγής και της κοινωνίας. Κάπως έτσι δικαιολογείται και ο τίτλος «πολιτική οικονομία» που εισήγαγε ο Ρικάρντο στις μελέτες αυτές και ήταν κυρίαρχος στην διάρκεια του 19ου αιώνα. Βασική παραδοχή της πολιτικής οικονομίας ήταν πως η αξία των εμπορευμάτων καθοριζόταν από την εργασία που απαιτούνταν για την παραγωγή τους, ενώ η τιμή τους καθοριζόταν από την προσφορά και την ζήτηση. Άρα τιμή και αξία δεν ταυτίζονται. Οι Σμιθ και Ρικάρντο που έπαιρναν ενεργό μέρος στην πάλη μεταξύ αστών και γαιοκτημόνων δεν ασχολήθηκαν τόσο με την εργασία. Κοινή παραδοχή τους ήταν πως η αξία των αγαθών μετριόταν με την υλοποιημένη σε αυτά εργασία, ενώ η αξία της ίδιας της εργασίας προσδιοριζόταν από τα αναγκαία μέσα για την συντήρηση ενός εργάτη, αξία που τελικά προσδιόριζε και τον μισθό του. Ο Σμιθ θεωρούσε τον μισθό μια σταθερή και ανελαστική αξία. Θεωρούσε πως ο καπιταλιστής δεν μπορεί να μειώσει τον μισθό ενός εργάτη πέρα από μια τιμή ισορροπίας, γιατί δεν θα μπορούσε κάτω από αυτό το όριο ο εργάτης να συντηρηθεί. Έτσι ο καπιταλιστής θα στρεφόταν αναγκαστικά στην μείωση του κόστους μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας.

Ακριβώς αυτή την πίστη του Άνταμ Σμιθ ήρθε να ανατρέψει ο Καρλ Μαρξ. Επηρεασμένος από τους εργατικούς αγώνες και τις επαναστάσεις των εργατών στην Ευρώπη του 19ουαιώνα ο Μαρξ στράφηκε στο σημείο που οι Σμιθ και Ρικάρντο είχαν αγνοήσει ή θεωρούσαν ως δεδομένο, την εργασία. Πηγή όλου του θεωρητικού οικοδομήματος του Μαρξ είναι μια απλή παρατήρηση που αναποδογυρίζει όλη την θεωρία του Άνταμ Σμιθ. Ο Μαρξ συμφωνεί με τον Σμιθ ότι η αξία των εμπορευμάτων ισούται με την εργασία που τα παράγει, και επίσης συμφωνεί ότι ο μισθός ισούται με τα αναγκαία μέσα για την συντήρηση του εργάτη. Υπογραμμίζει όμως, πως δεν υπάρχει τίποτα που να αποδεικνύει πως η αξία του τελικού προϊόντος έχει οποιαδήποτε σχέση με τον μισθό του εργάτη. Ίσα ίσα λέει ο Μαρξ, η αξία του προϊόντος δηλαδή η εργασία που δαπανήθηκε για να παραχθεί είναι πολύ μεγαλύτερη από τον μισθό του εργάτη. Αν ο μισθός προσδιορίζεται από το τι χρειάζεται ο εργάτης για να τραφεί και να ζήσει, κανείς δεν μας λέει πως και η αξία της εργασίας του προσδιορίζεται από το ίδιο πράγμα. Και μάλιστα όχι μόνον η αξία της εργασίας του εργάτη είναι πολύ μεγαλύτερη από το φαγητό και την στέγη του, αλλά αποτελεί αυτή η αξία, κι όχι η τεχνολογική καινοτομία, την βασική πηγή κέρδους για τον καπιταλιστή. Η ανατροπή αυτή είναι εντυπωσιακή, γιατί όντως αναποδογυρίζει όλη την κλασική πολιτική οικονομία. Ο Μαρξ βασίστηκε σε αυτή την αρχή για να στηρίξει όλη την θεωρία του. Σύμφωνα με αυτήν ο καπιταλιστής βασίζει όλο το κέρδος του στην διαφορά μεταξύ αξίας του προϊόντος, δηλαδή της πραγματικής αξίας της εργασίας, και του μισθού, μια διαφορά που ο Μαρξ αποκάλεσε «υπεραξία». Εφόσον όλο το κέρδος προέρχεται από εκεί, όταν ο ανταγωνισμός για φτηνότερα προϊόντα επιβάλλει την τεχνολογική καινοτομία και την εκμηχάνιση της παραγωγής, η συμμετοχή της ζωντανής εργασίας στην παραγωγή πέφτει, οπότε πέφτει και το κέρδος του καπιταλιστή. Αυτός είναι ο νόμος της πτωτικής τάσης του κέρδους, και είναι η πλήρης αντιστροφή της θεωρίας του Άνταμ Σμιθ! Με βάση αυτόν το νόμο ο Μαρξ προχώρησε ακόμη περισσότερο και περιέγραψε την διαδικασία των κυκλικών κρίσεων στον καπιταλισμό. Η μηχανοποίηση της παραγωγής στέλνει τους εργάτες στην ανεργία, ρίχνει το ποσοστό κέρδους και τελικά καταστρέφει πολλούς καπιταλιστές που κλείνουν τα εργοστάσιά τους, η κατανάλωση πέφτει και η οικονομία μπαίνει σε ύφεση. Με τον καιρό όσοι καπιταλιστές έχουν απομείνει επενδύουν σε νέα προϊόντα και ο κύκλος ξαναρχίζει από την αρχή. Θα ασχοληθούμε πιο πολύ με αυτό το θέμα στο τρίτο μάθημα που θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με το φαινόμενο των κρίσεων στον καπιταλισμό.

Για το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ, για την οικονομία και την οικονομική επιστήμη, είναι προφανές ότι η Μαρξιστική θεωρία επέφερε ένα σημαντικό πλήγμα, αφού το βασικό άρθρο πίστης της κλασικής πολιτικής οικονομίας, η πίστη στην δύναμη της ελεύθερης αγοράς, αμφισβητήθηκε. Παρόλα αυτά η απάντηση του Μαρξισμού στο τι θα έπρεπε να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό ήταν περισσότερο φιλοσοφική και πολιτική παρά «οικονομική». Έτσι η υπέρβαση του καπιταλισμού εξαρτιόταν από την έκβαση μιας πολιτικής μάχης, της κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, κι όχι τόσο από την επικράτηση ενός άλλου, δικαιότερου συστήματος παραγωγής και διανομής των αγαθών. Το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό και η μάχη γαιοκτημόνων και αστών γενικεύτηκε και υποστηρίχτηκε πως ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία ήταν η ιστορία της πάλης των τάξεων, και πως η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης ήταν να καταργήσει αυτή την πάλη. Αν και με την κριτική του Μαρξισμού θα ασχοληθούμε στο επόμενο μάθημα, αρκεί εδώ να πούμε, πως ενώ η κριτική στην αστική πολιτική οικονομία ήταν ευφυής και προφητική, η προβολή μιας δίκαιης μελλοντικής κοινωνίας ήταν γεμάτη θεωρητικά προβλήματα και αντιφάσεις, και βολόδερνε ανάμεσα στην αποδοχή μέρους της αστικής ιδεολογίας με έμφαση στην τεχνολογική πρόοδο, την δυτική επιστήμη, τον θετικισμό κλπ. και σε μεσσιανικού τύπου προφητείες για τον ρόλο της εργατικής τάξης κλπ.

  1. Νεοκλασσικά οικονομικά, Κέυνς και νεοφιλελευθερισμός. Το τέλος της πολιτικής οικονομίας

Η κριτική του Μαρξ για τις κρίσεις στον καπιταλισμό άρχισε να επιβεβαιώνεται και από το 1870 και πέρα ξεκίνησαν σοβαρές κυκλικές κρίσεις που κορυφώθηκαν το 1929. Ωστόσο ο καπιταλισμός άρχισε να αντεπιτίθεται και στην πράξη αλλά και στην θεωρία με τρόπους που παρέκαμπταν τα αδιέξοδά του, και στην πράξη, αλλά και στην θεωρία. Μετά τις πρώτες μεγάλες κρίσεις και τις εργατικές επαναστάσεις το 1848 και το 1871 είχαμε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα την έναρξη μιας νέας εποχής αποικιοκρατίας, αυτή τη φορά προς την Ασία και την Αφρική (αντί για την Αμερική που ήταν κυρίως η πρώτη αποικιοκρατική εποχή) με έμφαση στις πρώτες ύλες για την βιομηχανία αντί για τα «αποικιακά» εξωτικά προϊόντα και τον χρυσό που κυριαρχούσε την πρώτη εποχή. Έτσι περάσαμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού και την σταδιακή μεγέθυνση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που χρηματοδοτούσε τις διάφορες αποικιακές «εταιρίες». Η εποχή αυτή κράτησε περίπου εκατό χρόνια, έδωσε πνοή στον καπιταλισμό, και με την καταλήστευση των αποικιών μετέφερε στις δυτικές χώρες πλούτο που ανέβασε το βιοτικό επίπεδο κατακόρυφα κι άρχισε να αφομοιώνει τις αντιδράσεις. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έξαρση του εθνικισμού που εδραιώθηκε μέσα από την καθολική εκπαίδευση, για την λείανση των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό των Ευρωπαϊκών χωρών. Η αποικιοκρατία όμως και ο εθνικισμός μαζί με τις κυκλικές κρίσεις όξυνε τις αντιθέσεις μεταξύ των χωρών κι έφερε τους δύο παγκόσμιους πολέμους.

Η τροπή που πήρε η πολιτική οικονομία μετά το 1870 ήταν απροσδόκητη αν κανείς μείνει μόνο στην ιστορία των ιδεών. Μόνο αν δούμε το ευρύτερο πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε την σημαντική αυτή στροφή. Μετά το 1850 μια σειρά εξελίξεις οδήγησαν στην γένεση όλων των σύγχρονων επιστημών. Κατά αρχήν η θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου έδωσε μεγάλη ώθηση στην βιολογία, την ιατρική, την χημεία, ενώ αναδύθηκε σταδιακά και η ψυχολογία. Ύστερα η μεγάλη ανάπτυξη της τεχνολογίας, στην ενέργεια, στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, έδωσε ένα τεράστιο κύρος στην φυσική και τα μαθηματικά. Αναπτύχθηκε η ιδέα ότι όλες οι νέες επιστήμες μαζί και αυτές του ανθρώπου και της κοινωνίας θα έπρεπε να μιμούνται την φυσική και τα μαθηματικά, δηλαδή να ανακαλύπτουν νόμους οι οποίοι θα είναι σταθεροί και καθολικοί και θα μπορούν να αποδειχτούν με κάποιο πειραματικό τρόπο. Έτσι αρχικά και η κοινωνιολογία, και η ανθρωπολογία, δεν μιλάμε βέβαια για την ψυχολογία που στηρίχτηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο πείραμα, αλλά εν τέλει και η οικονομία ακολούθησαν αυτήν την τάση που ονομάστηκε θετικισμός και σταδιακά εξοβέλισε την φιλοσοφία από τα πανεπιστήμια.

Ειδικά για την πολιτική οικονομία υποστηρίχτηκε ότι οι κλασικοί, Σμιθ, Ρικάρντο και Μαρξ, έστησαν μεγάλα θεωρητικά οικοδομήματα τα οποία φιλοδοξούσαν να ερμηνεύσουν ολόκληρη την κοινωνία αλλά αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένα και πρακτικά οικονομικά προβλήματα, όπως το τι επηρεάζει το κόστος σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, τι επηρεάζει την ζήτηση συγκεκριμένων προϊόντων, τις προτιμήσεις συγκεκριμένων ανθρώπων κλπ. Οπότε δεν μπορούσαν ούτε να ερμηνεύσουν αλλά και ούτε να δημιουργήσουν μοντέλα πρόβλεψης ενός πολύ βασικού παράγοντα για την οικονομία:την οικονομική συμπεριφορά του ατομικού παραγωγού και καταναλωτή.Πατώντας πάνω στην φιλοσοφία του ωφελιμισμού του Jeremy Bentham, μια σειρά από ακαδημαϊκούς με θητεία στα μαθηματικά και τη λογική, με πρωτεργάτες τους Βελπέν, Βαρλάς και Μάρσαλ (διάσημοι στους οικονομολόγους και παντελώς άγνωστοι στο ευρύ κοινό) ανέπτυξε τα λεγόμενα νεοκλασικά οικονομικά με τους εξής βασικούς άξονες:

  • Ο άνθρωπος σε όλες τις εποχές και όλους τους τόπους επιθυμεί την μεγιστοποίηση της ωφέλειας από την κάλυψη των αναγκών του και την ελαχιστοποίηση της βλάβης από απειλές, ελλείψεις, πόνους και δυστυχίες
  • Η θέαση της οικονομίας μέσα από κοινωνικές τάξεις περιορίζεται σε συγκεκριμένες εποχές και τόπους και είναι μέρος των στρατηγικών των ανθρώπων για την μεγιστοποίηση της ωφέλειας ή ελαχιστοποίηση της βλάβης, αλλά ούτε τις εξαντλεί, ούτε τις ερμηνεύει
  • Η μελέτη τάξεων και ομάδων από την οικονομική επιστήμη εγείρει πάντα το ερώτημα του ποιοι ακριβώς ανήκουν σε αυτές τις τάξεις και ομάδες οπότε αποκλείει εκ προοιμίου την επιστημονική ακρίβεια. Αντίθετα η μελέτη της συμπεριφοράς συγκεκριμένων ανθρώπων και συγκεκριμένα παραγωγών με σκοπό το κέρδος καικαταναλωτών με σκοπό την κάλυψη των αναγκών τους, προσφέρει πάνταμετρήσιμα αποτελέσματα, οπότε επιτρέπει και την δημιουργία μοντέλωνπρόβλεψης. Οπότε αυτή η μελέτη είναι και η μόνη που είναι πραγματικά επιστημονική.

Έτσι οι δημιουργοί των νεοκλασικών οικονομικών μετονόμασαν τη νέα επιστήμη από «πολιτική οικονομία» σε «οικονομική επιστήμη». Η οικονομική επιστήμη προσδιόρισε το αντικείμενό της όχι γενικά στην κοινωνία αλλά στα άτομα. Προσδιόρισε επίσης δύο πολύ απλές κατηγορίες οικονομικής δραστηριότητες των ατόμων επιχείρηση/παραγωγή και κατανάλωση. Το κίνητρο πίσω από αυτήν την προσπάθεια ήταν η ποσοτικοποίηση, η μαθηματικοποίηση, η μετρησιμότητα των δεδομένων, με σκοπό τη μετατροπή των οικονομικών από φιλοσοφία σε επιστήμη, την προσομοίωσή τους δηλαδή με την φυσική και τα μαθηματικά. Με αυτό τον τρόπο όμως, η λογική της ελεύθερης αγοράς θεωρήθηκε δεδομένη και η υπεράσπιση του καπιταλισμού αυτονόητη. Βέβαια η γοητεία που ασκούσε η νέα επιστήμη οφειλόταν στην διάχυτη πίστη που είχε κυριαρχήσει στην δυτική κουλτούρα πως επιστήμη σημαίνει αντικειμενικότητα, πρόοδο και ανάπτυξη, ενώ η φιλοσοφία είναι υποκειμενική και προσωπική, κάτι σαν τέχνη του λόγου και της σκέψης παρά επιστήμη. Έτσι γεννήθηκε και μια περίεργη αντίφαση. Το άτομο αποθεωνόταν ως αντικείμενο της επιστήμης, αλλά όχι ως υποκείμενό της. Σαν η επιστήμη να ήταν μια απρόσωπη οντότητα, ιδέα, μια αντικειμενική προαιώνια ύπαρξη, στην θέση του θεού, και οι επιστήμονες απλά την υπηρετούσαν, δεν την παρήγαγαν οι ίδιοι. Έχει σημασία εδώ να δούμε πώς η δυτική κοσμοαντίληψη ενώ αποθέωσε το άτομο, στην ουσία το καθήλωσε κάτω από δυνάμεις ισχυρότερες από τις παλιές θρησκείες: τους νόμους της οικονομίας, της κοινωνίας, της βιολογίας, της ψυχολογίας κλπ. κλπ. Έτσι ο ορθολογισμός και η λατρεία της επιστήμης ως σκοπού και όχι ως μέσου όπως ήταν σε άλλες κοινωνίες, έγινε η νέα τυραννία της ανθρωπότητας.

Αυτή η αποθέωση της αντικειμενικής γνώσης, σαν κάτι που υπάρχει από μόνο του και απλά μας περιμένει να το αποκαλύψουμε, τεκμηριωνόταν στα πρακτικά αποτελέσματα της επιστήμης. Έτσι ο κάθε νέος κλάδος αναζητούσε απεγνωσμένα αυτά τα αποτελέσματα για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Τα νεοκλασικά οικονομικά έπαιξαν αυτό το ρόλο με κάποια πολύ σημαντικά εργαλεία που δημιούργησαν, δηλαδή έννοιες κλειδιά που επέτρεπαν μαθηματικές μετρήσεις και αποτελέσματα. Τα πιο σημαντικά από αυτά ήταν, η έννοια της οριακής ωφελιμότητας (marginal utility), η αρχή της οριακής ισορροπίας (Equi-marginal principle) , η καμπύλη αδιαφορίας (indifference curve), το κόστος ευκαιρίας (opportunity cost), και η οριακή αναλογία υποκατάστασης (marginal rate of substitution). Όλες αυτές οι έννοιες μεταφράζονταν σε διανύσματα που στην ουσία μετρούσαν τις προτιμήσεις των καταναλωτών και το ρίσκο των επιχειρηματιών! Ήταν δηλαδή εργαλεία μελέτης και έρευνας της αγοράς. Η οριακή ωφελιμότητα βασίζεται στην αρχή ότι κάθε ανάγκη έχει ένα συγκεκριμένο όριο ικανοποίησης που από εκεί και πέρα γίνεται αδιάφορη ή και βλαβερή η παραπέρα ικανοποίησή της. Πχ. όταν κάποιος διψάει μπορεί να ξεδιψάσει με ένα ποτήρι χυμό, ή με ένα δεύτερο. Το τρίτο ίσως το πιεί αν η τιμή του είναι συμφέρουσα, το τέταρτο όχι ακόμα κι αν είναι δωρεάν. Το πιο σημαντικό σε αυτό το σχήμα είναι ότι η οριακή ωφελιμότητα είναι μετρήσιμη, στο συγκεκριμένο παράδειγμα είναι 3. Προσθέτοντας κι άλλες ανάγκες πάμε στα διανύσματα ισορροπίας και αδιαφορίας, προσθέτοντας την τιμή πάμε στο κόστος ευκαιρίας, ενώ υπολογίζοντας τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς αντί για την ικανοποίηση κάποιας ανάγκης, πάμε στο διάνυσμα της οριακής αναλογίας υποκατάστασης. Αντικαθιστώντας την ανάγκη για ικανοποίηση μιας ανάγκης, με την ανάγκη ενός επιχειρηματία για κέρδος (γιατί και αυτό θεωρείται ανθρώπινη ανάγκη αφού είναι μετρήσιμη!) έχουμε την εφαρμογή των ίδιων διανυσμάτων και για τις επιχειρήσεις με κάποιες μικρές τροποποιήσεις. Έτσι με μια απλή ιδέα, την ιδέα της ποσοτικοποίησης της ικανοποίησης των αναγκών ερμηνεύουμε όλη την οικονομία κι όλη την κοινωνία. Με την λεπτομέρεια βέβαια ότι η αρχή της ωφελιμότητας ως βασικού κινήτρου της ανθρώπινης δράσης είναι αξιωματική. Δεν στηρίζεται πουθενά ούτε αποδεικνύεται από τίποτα! Απλώς παίρνεται σαν δεδομένη.

Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο στα νεοκλασικά οικονομικά αν και το θεωρώ το σημαντικότερο κομμάτι αυτής της εισήγησης. Παραπέμπω στο ένα και μοναδικό βιβλίο της βιβλιογραφίας, που σκόπιμα διάλεξα γιατί εξηγεί καλύτερα και με λεπτομέρειες τα νεοκλασικά οικονομικά, τα οποία είναι η πεμπτουσία της αστικής οικονομικής σκέψης, αυτά, και όχι η κλασική πολιτική οικονομία του Σμιθ και του Ρικάρντο όπως νομίζουν πολλοί. Η ουσία είναι ότι τα νεοκλασικά οικονομικά κατάφεραν τρία σημαντικά πράγματα: 1. Να εμπεδώσουν την αντίληψη ότι ο άνθρωπος γενικά κι όχι απλά ο αστός μεγιστοποιεί την ατομική του ωφέλεια και ελαχιστοποιεί την βλάβη του, 2. Να δημιουργήσουν μια ολόκληρη επιστήμη υποστύλωμα και τεχνική βοήθεια στην ελεύθερη αγορά και τον καπιταλισμό και 3. Να βάλουν τις βάσεις για την δημιουργία γενιών και γενιών επαγγελματιών οικονομολόγων, τεχνοκρατών για την στελέχωση των τραπεζών, των πολυεθνικών, των τμημάτων οικονομίας των πανεπιστημίων και βέβαια και των κυβερνήσεων.

Την τελευταία αναλαμπή της πολιτικής οικονομίας την δίνει στην Ευρώπη ο Τζων Μέιναρντ Κέυνς ο οποίος αναβιώνοντας κατά κάποιο τρόπο την παράδοση των Ρικάρντο και Μαρξ, υποστηρίζει πως οι κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού δημιουργούν καταστροφές που δεν μπορούν να αναστραφούν μόνο από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, αλλά χρειάζονται δημόσιες επενδύσεις που δημιουργώντας θέσεις εργασίας θα τονώσουν την ζήτηση και θα επαναφέρουν την οικονομία σε φάση ανόδου. Η μεγάλη κρίση του 1929-1933 επιβεβαίωσε τις ιδέες του Κευνς και για κάποιο διάστημα τα νεοκλασικά οικονομικά υποσκελίστηκαν από τον Κευνσιανισμό στις οικονομικές σχολές, ενώ πολλές από τις ιδέες του εφαρμόστηκαν στην μεταπολεμική Ευρώπη. Μια παράλληλη με τον Κευνσιανισμό τάση εκφράστηκε με τα λεγόμενα «θεσμικά» οικονομικά, τα institutional economics, τα οποία έδιναν έμφαση στους θεσμούς, νοικοκυριά, επιχειρήσεις, κυβερνήσεις κλπ. και όχι στα άτομα, χωρίς βέβαια να αμφισβητούν τα μοντέλα της αγοράς και του ανταγωνισμού. Από τις δυο αυτές παραδόσεις γεννήθηκαν μεμονωμένες φωνές κατά του καπιταλισμού κυρίως από οικονομολόγους του τρίτου κόσμου, με περιορισμένη όμως επίδραση στον πραγματικό κόσμο. Μετά την κρίση του 1973 ο Κευνσιανισμός εγκαταλείφθηκε και αναδύθηκε μια νέα τάση, συνέχεια των νεοκλασικών, ο νέο-φιλελευθερισμός. Ο νέο-φιλελευθερισμός ήρθε κατά κάποιο τρόπο να καλύψει τα κενά των νεοκλασικών και συγκεκριμένα την απουσία οποιασδήποτε θεωρίας των νεοκλασικών για την πολιτική διακυβέρνηση της οικονομίας. Οι νέο-φιλελεύθεροι με κεντρικές φιγούρες τους Χάγιεκ και Φρήντμαν αναποδογύρισαν τον Κευνσιανισμό, και υποστήριξαν πως τα κράτη και οι κυβερνήσεις αντί να προχωρούν σε επενδύσεις που ενισχύουν την γραφειοκρατία και την υπο-απόδοση της οικονομίας με αποτέλεσμα την υπερχρέωση και την στασιμότητα θα πρέπει να ενισχύουν την ιδιωτική πρωτοβουλία και την ελεύθερη αγορά, προχωρώντας σε αποκρατικοποιήσεις και κόψιμο των δημόσιων δαπανών, ενώ θα πρέπει να άρουν όλους τους περιορισμούς στο διεθνές εμπόριο και τις εισαγωγές. Ο νέο-φιλελευθερισμός έτσι επιστρέφει σε μια πιο επιθετική και απροκάλυπτα φιλο-καπιταλιστική εκδοχή του κλασικού φιλελευθερισμού του Άνταμ Σμιθ, εξυπηρετώντας τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου στη μεταβιομηχανική εποχή, και βάζοντας κάτω από το χαλί τα εκρηκτικά προβλήματα της καταστροφής του περιβάλλοντος, της παγκόσμιας φτώχειας και της υπερχρέωσης, ζητήματα όμως που θα συζητήσουμε στα επόμενα μαθήματα.

  1. Συμπεράσματα

Το βασικό ερώτημα του αν η οικονομία ήταν πάντα κυρίαρχη στον κόσμο και στην αντίληψη του κόσμου για τον εαυτό του, μπορεί να απαντηθεί με μια μόνο λέξη: Όχι. Αυτή η απάντηση όμως γεννάει άλλα ερωτήματα. Πως φτάσαμε σήμερα να θεωρούμε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας μια ιστορία οικονομικών σχέσεων; Και πως φτάσαμε από τον homo sapiens στον homo economicus; Προβάλουμε την δική μας εποχή πάνω σε όλες τις άλλες; Ενδεχομένως ναι. Τι μας λέει όμως αυτό και για το μέλλον; Πρέπει να χτίσουμε το όραμα για μια κοινωνία ισότητας πάνω σε μια μελλοντική «δίκαια οικονομία»; Προφανώς η οικονομική επιστήμη γεννήθηκε για να δώσει επιστημονική νομιμοποίηση και στήριξη στον καπιταλισμό. Ωστόσο τι θα την υποκαταστήσει; Με ποιο τρόπο πρέπει να χειριστούμε τα ζητήματα της παραγωγής, των ανταλλαγών, της διανομής των αγαθών σε μια μελλοντική κοινωνία ισότητας; Και τι έχει να μας πει η μελέτη άλλων κοινωνιών πάνω σε αυτό το ζήτημα; Αυτά τα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν στα επόμενα μαθήματα. Ξαναγυρνώντας στον ορισμό της οικονομίας που θα βρει κανείς στα περισσότερα εγχειρίδια και παραθέσαμε και στην αρχή δηλαδή το ότι Οικονομία είναι η διαχείριση περιορισμένων φυσικών πόρων με σκοπό την παραγωγή αγαθών που ικανοποιούν τις ανθρώπινες ανάγκες όσο κι αν φαίνεται αυτονόητη, στην ουσία αντανακλά την προβολή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε όλες τις κοινωνίες και όλες τις εποχές. Γιατί όπως θα δούμε και στην συνέχεια η ανθρωπολογική έρευνα έδειξε πρώτον ότι σε πολλές κοινωνίες οι πόροι δεν ήταν περιορισμένοι αλλά άφθονοι, και δεύτερον σε πολλές κοινωνίες δεν ήταν οι ανάγκες των ανθρώπων, αλλά οι ανάγκες της κοινότητας ως συνόλου, αλλά και των φυσικών, μεταφυσικών και ζωικών όντων που την περιέβαλαν που ικανοποιούνταν. Έτσι, όσο κι αν φαίνεται μια προαιώνια κατηγορία «ο άνθρωπος» είναι μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη. Περισσότερο ταιριάζει στον ατομικό καπιταλιστή και τον μισθωτό εργάτη της πρώτης καπιταλιστικής περιόδου, καθώς και στον πολίτη-καταναλωτή του σύγχρονου έθνους κράτους, παρά σε μια οικουμενική οντότητα.  Ίσως αυτό τελικά να είναι και το πιο σημαντικό: Μόνον στον καπιταλισμό προβάλλονται αποκλειστικά οι ανθρώπινες ανάγκες σαν σκοπός της κοινωνίας. Σε όλες τις άλλες κοινωνίες ο άνθρωπος φρόντιζε πρώτα την φύση, ύστερα τους θεούς και τους προγόνους, ύστερα την κοινότητα, ύστερα την συγγενική ομάδα και τελευταίο τον εαυτό του! Μόνον ο καπιταλισμός αντέστρεψε αυτή τη σειρά. Και η «οικονομία» είναι το αποτέλεσμα, όχι η αιτία, αυτής της αντιστροφής!

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Varoufakis, Yanis. 1998. Foundations of Economics. A Beginners companion. Routledge

 

Σχολιάστε

Filed under Κοινωνικό Πανεπιστήμιο, Οικονομία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s