Πρώτο «μάθημα» του κοινωνικού πανεπιστημίου, ΚΥΡΙΑΚΗ 15/11/2015 στις 11 π.μ. στη Λαμπηδόνα. Το θέμα και ολόκληρη η εισήγηση.

Πρώτο «μάθημα» του κοινωνικού πανεπιστήμιου, ΚΥΡΙΑΚΗ 15/11/2015 στις 11 πμ. στη Λαμπηδόνα. Το θέμα και ολόκληρη η εισήγηση

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

  1. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ  ΣΚΟΠΟΣ  ΤΗΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ

Καθολικές˙ επίκτητη μάθηση˙ εθνοκεντρισμός˙ μερκαντιλισμός˙ κανίβαλοι και αγριότητα˙ η σύγκριση με τη δική μας κοινωνίά με σκοπό τη βελτίωσή της˙ η κουλτούρα˙ οι βασικές θεωρίες˙ εξελικτισμός˙ θεωρία της διάχυσης˙ δομολειτουργισμός˙ οι «ψυχρές κοινωνίες»˙ η συμβολική ανθρωπολογία˙νεοεξελικτισμός˙ πολιτισμική οικολογία˙ στρουκτουραλισμός˙ η ανθρ/γία παιδί του ιμπεριαλισμού˙ ο δομικός μαρξισμός˙ η πολιτική ανθρωπολογία˙ η θεωρία της πρακτικής˙ εφαρμοσμένη ανθρωπολογία˙ η ανθρωπολογία στην Ελλάδα˙ λαογραφία˙ το γνωστικό πεδίο˙ σχέση με τη φιλοσοφία˙ η συστημική˙ η θέση της στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης˙ Polanyi˙ η ηθική.

Ερώτηση: α) Τι νομίζετε ότι μας προσφέρει η γνώση των άλλων κοινωνιών;                            β) Τι θετικό προσδοκάτε από το κοινωνικό πανεπιστήμιο;

Στα ταξίδια της περιπλάνησής του ο Οδυσσέας συνάντησε κύκλωπες μάγισσες κ.ά. αλλά φυσιολογικούς ανθρώπους δεν συνάντησε. Αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής πίστευαν ότι μόνον αυτοί ήταν γνήσιοι άνθρωποι και ότι, αν υπήρχαν άλλοι, αυτοί πρέπει να ήταν τερατόμορφα όντα και όχι άνθρωποι. Δείχνει επίσης ότι δεν είχαν την επιθυμία να έλθουν σε επαφή με άλλους ανθρώπους. Οι Έλληνες ονόμαζαν τους ξένους λαούς βαρβάρους, δηλαδή ότι δεν είχαν γλώσσα αλλά έλεγαν «βαρ βαρ». Συνεπώς, δεν αρκεί η ερευνητική διάθεση της γνώσης αλλά χρειάζεται και ορισμένη κοινωνική ανάγκη για να κάνουμε εκείνο που κάνει σήμερα η ανθρωπολογία, να γνωρίσουμε και να μελετήσουμε τους ξένους λαούς.

Μέχρι τον 12ο αιώνα, οπότε οι περισσότερες κοινωνίες είχαν κλειστό πολιτικό σύστημα, αντίκριζαν τους γείτονές τους σαν τερατόμορφα όντα, χωρίς γλώσσα, και θεωρούσαν ότι μόνο αυτοί ήταν γνήσιοι άνθρωποι. Το φαινόμενο αυτό λέγεται «εθνοκεντρισμός». Η ξενοφοβία αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα και ξεχωρίζουμε τα άτομα των άλλων κοινωνιών με το όνομα «Άλλοι», εννοώντας με αυτό ότι είναι κατώτεροι. Όμως, τον 13οαιώνα συντελούνται μεγάλες ανακατατάξεις στην Ευρώπη. 

Επειδή, για να διατηρηθεί η μεγάλη ιδιοκτησία, την κληρονομούσε μόνο ο πρωτότοκος, οι δευτερότοκοι έμεναν άκληροι και γίνονταν κληρικοί ή ιππότες οι οποίοι πλήθαιναν με το χρόνο. Μερικοί από αυτούς, χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, στράφηκαν στα τεχνικά επαγγέλματα και άλλοι ακολουθούσαν τις σταυροφορίες για καλύτερη τύχη. Δημιουργήθηκε, συνεπώς, μια πίεση προς τα έξω. Το εμπορικό κράτος της Βενετίας ίδρυσε εμπορικά πόστα  στην Αν. Μεσόγειο και στην Κριμαία. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ενδιαφέρθηκαν να ανοίξουν εμπορική επικοινωνία με την Ασία με κίνητρο την ιδέα διάδοσης του χριστιανισμού. Το 1245 ο πάπας Ινοκέντιος 6ος έστειλε ένα φραγκισκανό για διαβουλεύσεις στους Τατάρους, στο Καρακουρούμ, και το 1253 έστειλε άλλον ένα ο Λουδοβίκος IX, αλλά χωρίς επιτυχία. Στα 1560 ο Μάρκο Πόλο με τον αδελφό του και με τις ευλογίες του πάπα Γρηγορίου 10ου τόλμησαν, ξεκινώντας από το εμπορικό πόστο της Άκρας, να κάνουν ταξίδια στην Κίνα που διήρκεσαν 30 χρόνια. Εκτός από το μετάξι, την πυρίτιδα και άλλα εξωτικά είδη, μετέφεραν επίσης τα παράδοξα έθιμα και δοξασίες των λαών που συνάντησαν στα ταξίδια τους. Πολλοί άλλοι περιηγητές, σε συνέχεια, έφεραν περιγραφές από τις άγνωστες κουλτούρες των ξένων λαών, ενώ ταυτόχρονα, δημιουργούσαν εμπορικά πόστα στις αυτοκρατορίες της Ασίας..  

Στην περίοδο του μερκαντιλισμού, τον 15ο αιώνα, όπου αναπτύχθηκαν στη Ευρώπη το εμπόριο και οι εξερευνήσεις για τη δημιουργία εμπορικής επικοινωνίας με τους άλλους λαούς, οπότε αναπτύχθηκε ταυτόχρονα και η αστρονομία, διαπίστωσαν ότι, εφόσον η γη είναι σφαιρική, είναι συντομότερο το ταξίδι στην Άπω Ανατολή από τα δυτικά, από τον Ατλαντικό. Τότε συνάντησαν την Αμερική και πληθυσμούς που βρίσκονταν σε πολύ κατώτερο επίπεδο οργάνωσης από τις αυτοκρατορίες της Ασίας.  Τους χαρακτήριζαν  «άγριους», «κανίβαλους», «ανθρώπους της φύσης» κ.ά. Το ίδιο χαρακτήρισαν και τους λαούς που συνάντησαν εξερευνώντας την ίδια εποχή την Αφρική. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στις προκαταλήψεις  των Ευρωπαίων  αλλά και στο γεγονός ότι με την κατοχή των πυροβόλων θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους και αυτό τους έκανε να έχουν απαιτήσεις υποταγής από τους ιθαγενείς, οι οποίοι όμως δεν ενέδιδαν. Η ονομασία που τους έδιναν, «φυσικοί άνθρωποι», σήμαινε ότι συνιστούσαν εξίσου αντικείμενο εκμετάλλευσης, όπως η φύση. Οι Καραίβες των Αντιλλών αντέταξαν ισχυρή αντίσταση, γι αυτό παρέφρασαν το όνομά τους σε «κανίβαλους», εξόντωσαν όλους τους κατοίκους της Ζαμάικα. και αντικατάστησαν τον πληθυσμό με μαύρους από την Αφρική. Σε όλη την Αμερική εξόντωσαν το 95% του πληθυσμού και κατέστρεψαν τα .μνημεία τους. Στην Τασμανία εξόντωσαν επίσης όλο τον πληθυσμό και διέσωσαν μόνο έναν που τον έφεραν στο Λονδίνο για δείγμα. Συνεχίζοντας το ιδεολόγημα ότι πάνε να τους εκχριστιανίσουν, οι κατακτητές πάντα συνοδεύονταν από τους ιεραποστόλους. Τα γραπτά τους, μαζί με τα γραπτά των περιηγητών αποτέλεσαν τις πρώτες πηγές για την ανθρωπολογία. Οι πρώτες μελέτες για την τεχνολογία και τις δοξασίες τους γίνονται από Πορτογάλους για τη Δ. Αφρική και ακολουθούν οι περιγραφές από τους θαλασσοπόρους Κουκ και Μπουνκεβίλ.

Στο τέλος του μερκαντιλισμού άρχισε να εμφανίζεται στην Ευρώπη η περίοδος του Διαφωτισμού ο οποίος περιόρισε τον εθνοκεντρισμό και άλλαξε τη στάση προς τους αυτόχθονες. Ο Montaigne στα 1588 διαφωνεί με το να χαρακτηρίζουμε τους  αυτόχθονες ως κανίβαλους. Στα 1744, στο βιβλίο του οι «Νόμοι», ο Montesquieu εξετάζει ισότιμα τα κοινωνικά συστήματα διάφορων πληθυσμών και διατυπώνει την πρώτη συστημική αρχή κατά την οποία, σε κάθε κοινωνία όλοι οι τομείς της βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση, δηλαδή, εάν αλλάξει η οικονομία, τότε αλλάζουν επίσης οι κοινωνικές σχέσεις, το δίκαιο και η κουλτούρα. Το σημείο αυτό θεωρείται ότι αποτελεί την αφετηρία της ανθρωπολογίας. Σε συνέχεια, το 1771, σε συμπλήρωμα  που έγραψε στα «Ταξίδι στο γύρο του κόσμου» του Bougainville, ο Diderot συγκρίνει την ήρεμη ζωή του «ευγενούς ιθαγενή» με  την άθλια κατάσταση που επικρατούσε στη γαλλική κοινωνία των Λουδοβίκων. Οι ιδέες του θεμελίωναν την αρχή του «φυσικού δικαίου», κατά την οποία, όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι από τη φύση, επομένως έχουν ίσα δικαιώματα.

Η ανθρωπολογία είναι μια νέα επιστήμη, που δεν δημιουργήθηκε από την αφηρημένη επιθυμία του ανθρώπου για τη γνώση αλλά από τις συγκεκριμένες ανάγκες για τη δημιουργία εμπορικών δεσμών με τους άλλους λαούς. Είναι ιστορικό φαινόμενο και γεννήθηκε στην Ευρώπη κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Συνιστά τη συγκριτική μελέτη της πολιτισμικής και κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Επιχειρεί να κατανοήσει τη σχέση των διαφόρων πλευρών της ανθρώπινης ύπαρξης, τις σχέσεις που διαμορφώνονται εντός της κοινωνίας αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνιών και να εξηγήσει την κοινωνική και πολιτισμική ποικιλότητα του κόσμου, τις ομοιότητες και τις διαφορές. Έχει στενή εξάρτηση από την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας που την παράγει, γι αυτό, δεν είναι σταθερή αλλά μεταβάλλεται. Αρχικά έβλεπαν τις νέες κοινωνίες ως κανίβαλους, σε συνέχεια τις θεώρησαν ισότιμες βάσει του φυσικού δικαίου και, κατόπιν τους χαρακτήρισαν «απολίτιστους ιθαγενείς». Στο διάστημα, όμως, αυτό άρχισαν να διαμορφώνονται οι πρώτες απόψεις για τις ξένες κοινωνίες με βάση την ανθρωπολογική παρατήρηση. Διαπιστώθηκαν διαδοχικά τα εξής:                 1) Οι κοινωνίες δεν διαφέρουν μόνο στη γλώσσα, δεδομένου ότι υπάρχουν λαοί με διγλωσσία, αλλά και σε πολλά άλλα. Ορισμένες κοινωνίες αγνοούν τον πόλεμο, όπως οι Εσκιμώοι και οι Βουσμάνοι, και το αντίστροφο, οι κοινωνίες των κυνηγών κεφαλών τιμούν με τελετή όποιον φέρει το κομμένο κεφάλι ενός εχθρού, όπως στη Νέα Γουινέα. Υπάρχουν κοινωνίες που έχουν οικογενειακό δεσμό την πολυγυνία, όπως οι Άραβες, ή την πολυανδρία {μια γυναίκα με πολλούς συζύγους), όπως στο Θιβέτ, και κοινωνίες όπου δεν επιτρέπεται άλλη μορφή οικογένειας, παρά μόνο η μονογαμία. Αυτό σημαίνει ότι ένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ανθρωπότητας είναι η διαφορετικότητα και η ποικιλία.

2) Εκτός από την πολυμορφία, υπάρχει και η ενότητα της ανθρωπότητας. Παρά τις διαφορές, υπάρχουν κοινά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν όλες τις κοινωνίες και που μας ξεχωρίζουν από τα ζώα και.. Αυτά λέγονται καθολικές και δεν είναι μόνο το ότι συνουσιαζόμαστε σε στάση πρόσωπο με πρόσωπο, ή το ότι δεν περπατάμε τρώγοντας ό, τι βρούμε αλλά τρώμε όλοι μαζί ούτε το ότι μας λείπουν πολλά ένστικτα, όπως το κολύμπι και το ένστικτο του γκρεμού. Καθολικές είναι επίσης η γλώσσα, η συγγένεια, ο καταμερισμός εργασίας – ραβδιά ξεριζώματος έχουν και οι χιμπατζήδες αλλά στον άνθρωπο υπάρχει συνεργασία, τα φτιάνει ο άνδρας ενώ τα χρησιμοποιεί η γυναίκα-, η φροντίδα του νήπιου, η πολυμορφία, η δύναμη και η δημιουργικότητα, ο προσανατολισμός στο μέλλον και η επιδίωξη σκοπών, η συγκίνηση, η μεταφορά και η φαντασία και άλλα.                                                                    3) Η βασικότερη, όμως, διαφορά μας από τα ζώα είναι ότι δεν λειτουργούμε στη ζωή με βάση τα ένστικτα, το λεγόμενο γενετικό κώδικα που είναι δύσκαμπτος αλλά με βάση την επίκτητη μάθηση και τα σύμβολα, που συνεπάγονται τη συλλογικότητα και αναπτύσσονται σε αλληλεξάρτηση με τον καταμερισμό. Η ζωή του ανθρώπου εξαρτάται από τις γνώσεις που θα αποκτήσει από τους άλλους και από την αλληλεξάρτηση της δράσης του με τις δράσεις και τις γνώσεις των άλλων. Προσδιορίζει τις συμπεριφορές του εκτιμώντας το πώς προσδοκούν οι άλλοι να συμπεριφερθεί. Σκέπτεται και πράττει με βάση τις «φωνές των άλλων», όπως είπαν στα 1930 οι Bakhtin και Mead. Συνιστά λειτουργικό όργανο, δηλαδή, μια πηγή δυνατοτήτων οι οποίες εκδηλώνονται διαμέσου της κοινωνικής διαβίωσης. Ιδιαίτερα εκπληκτικό είναι ότι ακόμα και το γενετήσιο ένστικτο, η σεξουαλικότητα δεν εκδηλώνεται στον άνθρωπο, παρά μόνο εάν διδαχτεί –παρατηρείται και σε ορισμένα πρωτεύοντα. Γι αυτό, η ανάπτυξη του παιδιού απαιτεί πολλά χρόνια και όχι λίγες βδομάδες ή καθόλου, όπως συμβαίνει στα ζώα.

Με το άρθρο του Diderot, η ανθρωπολογία αποκτά ένα κρίσιμο περιεχόμενο που διατηρήθηκε πολλά χρόνια και που συνίσταται στο εξής. Αντικείμενό της είναι να μελετήσει την κοινωνική ζωή των άλλων, τα έθιμά τους, τις συμπεριφορές και τις πίστεις τους, ιδιαίτερα των αρχαϊκών κοινωνιών, με σκοπό να εξάγει συμπεράσματα χρήσιμα για τη βελτίωση της δικής μας κοινωνίας. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και ο Rousseau, υπέρμαχος του φυσικού δικαίου,  που το 1762 υποστήριξε ότι οι πρόγονοί μας ζούσαν ειρηνικά και με όρους ισότητας, και εξηγούσε το πέρασμα στην ανισότητα με την εμφάνιση της ιδιοκτησίας και την αύξηση της παραγωγικότητας. Η ιδέα του «ευγενή άγριου», που ξεκίνησε από τον Diderot, εμφανίστηκε και στον αγγλοσαξονικό κόσμο με τους Pritchard, Baxton και την Εταιρεία Προστασίας των Ιθαγενών στα 1837. Πολύ σύντομα, όμως, το κλίμα αυτό αντιστράφηκε, εξαιτίας της ανάπτυξης της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Παρά την αντίθετη άποψη της Εκκλησίας, στους επιστήμονες της Δύσης επικράτησε ο ρατσισμός, για τον οποίον θα μιλήσουμε στα επόμενα, δηλαδή η πεποίθηση ότι η ευρωπαϊκή φυλή είναι ανώτερη από όλες τις άλλες και, πιο συγκεκριμένα, ότι οι άνθρωποι των απλών κοινωνιών είναι άγριοι.

Εκτός από τις ανάγκες των εμπορικών ανταλλαγών, ένας σοβαρός λόγος που οδήγησε στην ανάπτυξη της ανθρωπολογίας ως επιστήμης ήταν το πρόβλημα του προορισμού του ανθρώπου που ετίθετο από την επέκταση της Δύσης στον πλανήτη μας –δεδομένου ότι η επέκταση αυτή ανέτρεπε το μεσαιωνικό δόγμα της «πτώσης του ανθρώπου» Ένας δεύτερος λόγος ήταν η διαπίστωση ότι οι άνθρωποι στις διάφορες κοινωνίες προσδιορίζονται από την κουλτούρα του τόπου τους. Δηλαδή, έχουν κοινές συνήθειες, συμπεριφορές και πίστεις που τους ξεχωρίζουν από τις άλλες κοινωνίες. H κουλτούρα είναι κεντρική έννοια για την ανθρωπολογία. Καθεμιά  χαρακτηρίζεται από τις αρετές της και τα ελαττώματά της, ώστε από τη σύγκρισή τους μπορεί να συναχθούν γενικές αρχές, που θα είναι χρήσιμες για κάθε κοινωνία, άρα και για τη δική μας.

Χάρη στο γενικό πλαίσιό της και στις τεχνικές της (στέγη, φωτιά, διανομή κ.ά), η κουλτούρα αποτελεί μιαν ασπίδα που θωρακίζει τον άνθρωπο απέναντι στη φύση, γι’ αυτό, παρόλο που έχει εξαπλωθεί σε όλη τη γη, παραμένει ενιαίο είδος. Επί πλέον, επειδή η κουλτούρα επιτρέπει την άμεση μετάδοση κάθε κατάκτησης για τη ζωή σε όλη την κοινότητα, δεν χρειάζεται τη μακρόχρονη δράση της φυσικής επιλογής για να βελτιωθεί. Επομένως, επηρεάζεται ελάχιστα από τη βιολογική δράση της εξέλιξης. Αυτό ενισχύεται και από τη δυνατότητα της κουλτούρας να επεμβαίνει στον οργανισμό του ανθρώπου με την ιατρική. Άρα, με την κουλτούρα μεγαλώνει η απόσταση του ανθρώπου από τη βιόσφαιρα και από το βιολογικό προσδιορισμό.

Μια νέα επιστήμη γεννήθηκε. Βασικός σκοπός της ανθρωπολογίας ήταν να μελετά την κουλτούρα, που θα αναλυθεί στο επόμενο, και να ανατρέπει τα στερεότυπά της. Η έρευνά της ξεκίνησε από τα κείμενα των εμπόρων ή περιηγητών από τα ημερολόγια των εξερευνητών και από τις σημειώσεις  των ιεραποστόλων που συνόδευαν τους αποικιοκράτες, όπως. Ακολούθησαν τα ερωτηματολόγια που στέλνονταν στις διοικήσεις των αποικιών, κατόπιν οι επιστημονικές αποστολές και, τέλος, οι ατομικές έρευνες των ανθρωπολόγων που έγιναν υποχρεωτικές για να πάρουν doctorat.

Η ανθρωπολογία εδραιώθηκε ως επιστήμη μετά έναν αιώνα, στα 1870, με τους  Morgan, Taylor, Main, Bachofen και άλλους και στράφηκε στη μελέτη των απλών και αρχαϊκών κοινωνιών επεκτείνοντας τον παραπάνω σκοπό της. Έκανε τη μεγάλη ανακάλυψη της κουλτούρας, που η κοινωνιολογία και η φιλοσοφία την αγνοούσαν, και εξηγούσε με αυτήν τις διαφορές των ανθρώπων των διάφορων κοινωνιών. Η κουλτούρα έγινε το βασικό αντικείμενό της. Δεν επιδίωκε μόνο τη σύγκριση των απλών κοινωνιών με τη δική μας, ώστε να μπορέσουμε να επέμβουμε σ’ αυτήν και να τη βελτιώσουμε, αλλά επιδίωκε κάτι πιο φιλόδοξο, να συνάγουμε το νόημα της πορείας της στο χρόνο –εάν υπάρχει τέτοιο νόημα, ώστε να παρέμβουμε στη μοίρα μας. Ο απώτερος αυτός σκοπός της ανθρωπολογίας απέτυχε, για τον εξής λόγο.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες η ανθρωπολογία εισήχθη στα πανεπιστήμια και έγινε θεσμός της κυβερνητικής πολιτικής. Την ίδια εποχή, στις χώρες αυτές επικράτησε ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία. Συνέπεια αυτού ήταν να χρησιμοποιηθεί από τις χώρες αυτές για τις ανάγκες του ελέγχου και της διακυβέρνησης των αποικιών. Γι αυτό, επέβαλαν την εκπαίδευση της ανθρωπολογίας και στα ανώτερα διοικητικά στελέχη των αποικιών. Συνεπώς, άλλαξε ριζικά  ο σκοπός της ανθρωπολογίας, δόθηκαν χρηματοδοτήσεις για την ανάπτυξη της και οι αρχαϊκές κοινωνίες διατήρησαν τον τίτλο των «πρωτόγονων» ή των «αγρίων». Εκείνο που προείχε ήταν η απόκτηση γνώσης για τη διαχείρισή τους.

Παρά την εξάρτησή της από την αποικιοκρατία η ανθρωπολογία, πέτυχε, ως επιστημονική διαδικασία, μια ορισμένη ανάπτυξη. Οι θεωρίες που διαμόρφωσε είναι κατά σειρά οι εξής:

-Στο διάστημα 1870 έως 1900, επεκράτησε ο εξελικτισμός. Σε συνάρτηση με τη θεωρία της προόδου, υποστήριξε ότι η ανθρωπότητα εξελίσσεται συνεχώς προς ανώτερες βαθμίδες, συνεπώς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, συγκεκριμένα οι λευκοί, είναι ανώτεροι από τους ανθρώπους της παλαιολιθικής, τους Κρο Μανιόν, άρα, ανώτεροι και από τους ανθρώπους των απλών και αρχαϊκών κοινωνιών, τους ‘’πρωτόγονους’’, οι οποίοι αποτελούν επιβιώσεις της παλαιολιθικής. Ως εκ τούτου, οι λευκοί, οι οποίοι κατέχουν τον ανώτερο πολιτισμό, έχουν και την υποχρέωση να διαχειριστούν και να εκπολιτίσουν τους πρωτόγονους των αποικιών. Το σχήμα της ιστορίας, που το διατύπωσε ο σκωτσέζος ιστορικός Ferguson τον 18ο αι. και το καθιέρωσε το 1871 ο ανθρωπολόγος L. Morgan, που ισχύει μέχρι σήμερα, είναι: Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός. Από την πλευρά της τεχνολογίας η εξέλιξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αλλά το λάθος του εξελικτισμού είναι ότι την αντίκρισε με βάση την ιδεολογία του ρατσισμού και την συνδεόμενη με αυτόν ιδέα της προόδου και την στήριξε στη βιολογική εξέλιξη του ατόμου, αντί στην στη εξέλιξη των κοινωνικών θεσμών. Αντίθετα, αμφισβητήθηκε το εάν υπήρξε σοβαρή βιολογική εξέλιξη μετά τον Κρο Μανιόν.

-Στο διάστημα 1900 έως 1925 ο εξελικτισμός επικρίθηκε, κυρίως από τον F. Boas στις ΗΠΑ, ως ρατσιστικός, επειδή επέτρεπε την εκμετάλλευση των πρωτόγονων με το πρόσχημα ότι είναι κατώτεροι. Ίδρυσε την πολιτισμική ανθρωπολογία και αναίρεσε την έννοια του πρωτόγονου. Αντίθετα, υποστήριξε ότι έχουν το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης και ότι όλες οι κουλτούρες είναι ισότιμες. Συνέπεια αυτού ήταν να διαπραχθεί το αντίστροφο λάθος και να δυσφημιστεί η εξέλιξη και, γενικότερα, η ιστορία. Η θεωρία του κυριάρχησε στην αμερικανική ανθρωπολογία και συνδέθηκε  με τη θεωρία της διάχυσης. Η νέα αυτή θεωρία, που αναπτύχθηκε παράλληλα στην Ευρώπη από τον Schmidt, υποστήριξε ότι, αντί της συνεχούς εξέλιξης, κάθε φορά, ένας ευνοημένος λαός αναπτύσσει υψηλό πολιτισμό και τον διανέμει κατά κύκλους στους γύρω λαούς.

-Στο διάστημα 1925 έως 1970, αναπτύχθηκε στη Ευρώπη ο δομολειτουργισμός, ο οποίος εισήγαγε στην ανθρωπολογία την έννοια του συστήματος. Σύμφωνα με αυτόν, οι συμπεριφορές των ανθρώπων, που αποτελούν το κυρίως υλικό της ανθρωπολογικής έρευνας, ως στοιχεία της κοινωνικής δομής, έχουν στενή εξάρτηση με την κουλτούρα. Στις πρωτόγονες κοινωνίες η κουλτούρα δεν μεταβάλλεται, άρα ούτε και οι συμπεριφορές. Οι κοινωνίες αυτές μένουν στάσιμες και, σε συνέχεια, ονομάστηκαν «ψυχρές κοινωνίες»από τον Lévi-Srauss, σε αντίθεση με τις κινητικές κοινωνίες που τις ονόμασε «θερμές». Η θεωρία αυτή, που δικαιολογούσε επίσης την αποικιοκρατική εκμετάλλευση των απλών ή «πρωτόγονων» κοινωνιών, επικρίθηκε γιατί, εάν οι κοινωνίες αυτές είναι στάσιμες, αυτό οφείλεται στις συνθήκες της αποικιοκρατικής καταπίεσης.

Πιο συγκεκριμένα, η εξέλιξη αυτή έχει ως εξής: Αρχικά, στην περίοδο του εξελικτισμού, οι ανθρωπολόγοι εντυπωσιάστηκαν από τις τελετουργίες των απλών κοινωνιών και τις κατέγραφαν ως εξωτισμό, ένδειξη πολιτισμικής κατωτερότητας, αγνοώντας ότι οι τελετουργίες αυτές συνιστούσαν διαμαρτυρία στην πίεση που δέχονταν από τους λευκούς. Σε συνέχεια και μέχρι και τη δεκαετία του ’60, στράφηκαν στη μελέτη των θεσμών και των σημασιών. Επικρατούσαν: α) ο δομολειτουργισμός των βρετανών (Radcliffe-Brown, E. Evans-Pritchard), που κυριαρχούσε στην Ευρώπη και έδινε το βάρος στις κοινωνικές σχέσεις, β) η πολιτισμική σχολή του F. Boas (Kroeber, Benedict, M. Mead), που έδινε βάρος στην ψυχολογία και στην κουλτούρα. Η βρετανική σχολή επήρε το όνομα «κοινωνική ανθρωπολογία», που επικρατεί μέχρι σήμερα, και η αμερικανική ονομάστηκε «πολιτισμική ανθρωπολογία». Στην Γερμανία η ανθρωπολογία περιορίστηκε, εξαιτίας της απώλειας των αποικιών και του ναζισμού, ενώ στη Γαλλία επικράτησε η σχολή δομολειτουργισμού του E. Durkheim, με το πολύ σημαντικό έργο του M. Mauss, και στη Ρωσία επικράτησε η εθνογραφία του T. Bromley. Ο Durkheim έδειξε ότι η ατομική συνείδηση προσδιορίζεται από την κοινωνική συνείδηση, ότι προέχει η κουλτούρα αντί του βιολογικού και του ψυχολογικού.

Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο εμφανίστηκε έντονο κλίμα αναθεώρησης, αρχικά από την αναβίωση του εξελικτισμού που είχε εκτοπιστεί. Διαμορφώθηκαν τρία μεγάλα ρεύματα. Στις ΗΠΑ ο Geertz μετασχηματίζει την πολιτισμική ανθρωπολογία του Boas στησυμβολική. Το βάρος δίνεται και πάλι στην κουλτούρα αλλά διαμέσου των συμβόλων. Σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος κατασκευάζει τα σύμβολα –που γεμίζουν το δημόσιο χώρο- και μένει εγκλωβισμένος μέσα σ’ αυτά, όπως η αράχνη στο δίχτυ της. Τα σύμβολα καναλιζάρουν τη δράση του, το ήθος του και τη ζωή του, σαν θεσμικοί περιορισμοί. Όμως, δεν εξετάζει ούτε το πώς παράγονται τα σύμβολα ούτε το πώς επιδρούν στο άτομο. Αντίθετα, στη Μ. Βρετανία ο V. Turner, που εστιάζει επίσης στα σύμβολα, επηρεασμένος από τον αγγλικό δομολειτουργισμό και από τον μαρξιστή M. Gluckmann., εξετάζει το πώς τα σύμβολα εξυπηρετούν τη ενότητα της κοινωνίας, όταν αυτή βρίσκεται σε κρίση ή διασπάται λόγω των εσωτερικών αντιθέσεων. Μελέτησε το ρόλο των τελετουργιών και τη σημασία του κοινοτισμού. Γενικά, η συμβολική ανθρωπολογία αγνοεί την εσωτερική δυναμική της κοινωνία, την πολιτική διάσταση της κουλτούρας, τις κοινωνικές σχέσεις και την παραγωγή, γι αυτό, οι συνεχιστές του Turner εστίασαν στην αποτελεσματικότητα των συμβόλων και στο πώς δρουν ως κοινωνικές δυνάμεις.

Δεύτερο ρεύμα που σχηματίστηκε ήταν ο νεοεξελικτισμός των V. G. Childe, White, Steward κ.ά. Αντί στα σύμβολα, στηρίζονται στις υλιστικές σχέσεις με το περιβάλλον και στην προσαρμογή. Κατά τον Stewart (1953), εξαιτίας της προσαρμογής, η κοινωνική εξέλιξη δεν ακολουθεί τη μονογραμμική αιτία αλλά είναι πολυγραμμική. Οι περισσότεροι, όμως, και σε συνδυασμό με την αρχαιολογία, υποστήριξαν ότι η εξέλιξη της κοινωνίας και της δημογραφίας οφείλονται στην τεχνολογική πρόοδο με την οποία δαμάζεται η φύση. Οι Service και Sahlins (1960) διατύπωσαν το σχήμα εξέλιξης της κοινωνίας κατά τα στάδια: νομαδικές ομάδες/ φυλές/ φυλαρχίες/ κράτος. Αδυναμία της είναι ότι περιορίζονται στους εξωτερικούς όρους που δρουν στην κοινωνία και αγνοούν ομοίως την εσωτερική δυναμική της κοινωνίας και τις δομικές της σχέσεις.

Το ρεύμα αυτό μεταστρέφεται γρήγορα στην πολιτισμική οικολογία, με τους Rappaport, Vayda, Harris κ.ά., που δίνουν το βάρος στην προσαρμογή και στην ισορροπία με το περιβάλλον. Για παράδειγμα, Ο Harris υποστήριξε ότι η ιερότητα της αγελάδας στις Ινδίες διασφάλιζε έναν βασικό κρίκο της τροφικής αλυσίδας (1963) και ο Piddocke (1969) εξηγούσε ότι το πότλατς στους Ινδιάνους της ΒΔ Αμερικής εξισορροπούσε τη διανομή τροφής σε όλα τα τμήματα της φυλής. Ήλθε, όπως και η εξελικτική ανθρωπολογία, σε σύγκρουση με τη συμβολική ανθρωπολογία. Ανέπτυξε τις ποσοτικές μεθόδους μέτρησης στη βροχόπτωση ή στην κατανάλωση θερμίδων αλλά αγνόησε τη διαμεσολάβηση της κουλτούρας στις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Τρίτο ρεύμα, με μεγάλη επιρροή, ήταν ο στρουκτουραλισμός του C. Lévi-Srauss. Σε  συνέχεια του E. Durkheim εισάγει την έννοια του συστήματος από τη γλωσσολογία του F. Saussure, με τη μορφή του δυαδικού δομισμού από τον Bergson και ιδιαίτερα από τη φωνολογία του Jakobson, με τον οποίον συνδέθηκε στις ΗΠΑ ετα 1942-44. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η κουλτούρα επιβάλλεται στα άτομα ως δομή των αντιθέτων ασυνείδητο/συνειδητό, αντίστοιχο στο ύλη/πνεύμα. Όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ανάγονται στις δύο αυτές υποκειμενικές αρχές. Πρόκειται για μια γραμματική της κουλτούρας που, όπως το γλωσσικό σύστημα συνδυάζει δυαδικά ζεύγη και διαμορφώνει τους μύθους, τα τοτεμικά κλαν και τους κανόνες γάμου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, υπαγάγει το τυχαίο της φαινομενικότητας σε βαθύτερη συστηματικότητα ελάχιστων αρχών, αλλά θεμελιώνει τις δομές της κοινωνίας και της κουλτούρας στη σκέψη. Διαφέρει από τη συμβολική ανθρωπολογία κατά το ότι, αντί στις αξίες, δίνει το βάρος στις σημασίες οι οποίες ορίζονται από τις αντιθέσεις και στο ότι η δομή είναι άσχετη από τα ενεργά άτομα.  Συνεπώς, τα άτομα υπακούουν στη δομή, χωρίς να παίζουν κανένα ρόλο στην ιστορία. Παρά τη μεγάλη απήχησή του, άσκησε επιρροή μόνο στην αγγλική ανθρωπολογία, με τον E. Leach.

Η μεγάλη τομή σημειώνεται με τον Μάη του ’68, που, σε συνδυασμό με την πτώση της αποικιοκρατίας, το αναθεωρητικό πνεύμα του επηρέασε βαθιά την ανθρωπολογία. Με δύο άρθρα της, στα 1968 και 1969, στο Current Abthropology, η ανθρωπολόγος K. Gough, που είχε εκτελέσει σημαντικές έρευνες στις Ινδίες, καταγγέλλει ότι η ανθρωπολογία είναιπαιδί του ιμπεριαλισμού. Εξαιτίας αυτού έχασε τη θέση της και κατέφυγε στον Καναδά. Ο σπόρος, όμως, που άφησε ανέτρεψε το σκηνικό της ανθρωπολογίας. Το 1973 στην Μ. Βρετανία, ο Talal Assad μαζί με μια ομάδα νέων ανθρωπολόγων επανέρχονται στην καταγγελία της Gough και είχαν μεγάλη απήχηση. Από όλες τις επιστήμες, η ανθρωπολογία υπήρξε η μόνη που επηρεάστηκε από το αναθεωρητικό πνεύμα του Μάη του ’68. Το φαινόμενο αυτό το ονόμασαν «κρίση της ανθρωπολογίας». Στο βάθος, όμως, πρόκειται για μια ριζική .ανανέωσή της.

Η κλασική ανθρωπολογία αντίκρισε απλές κοινωνίες σαν αυτόνομα συστήματα αδιαφορώντας για τις αλλαγές που υπέστησαν από την επέμβαση των ιεραποστόλων και της αποικιοκρατίας (Redfield 1955:25). Ερμήνευσε την παθητικότητα που προέκυψε από την υποταγή τους στην αποικιοκρατία ως φυσική τους κατάσταση, ενώ όπως είδαμε, βρίσκονται σε συνεχή ανασχηματισμό. Εκείνο που έγινε κατανοητό ήταν ότι ζούμε σε κοινωνίες ασύμμετρες, όπου η πολιτεία δεν αποτελεί την ασπίδα συμμετρικών σχέσεων αλλά την πηγή ανισοτήτων. Με το πνεύμα αυτό, μετά το 1970 η πολιτική ανθρωπολογία επανέρχεται στην οπτική που είχε γι’ αυτήν ο D. Diderot. Σύμφωνα με την οπτική αυτή, όπως η ανθρωπολογία ερευνά τις άλλες κουλτούρες για να μετασχηματίσει τη δική της, κατά ανάλογο τρόπο και η κριτική αρχαιολογία ερευνά το  παρελθόν για να μετασχηματίσει το παρόν (Shanks & Tilley 1987b:195) ανατρέποντας τα στερεότυπά της, κατά τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο.                       Εκείνο που συνέβη μετά τον Μάη του ’68 ήταν, να εκλείψει μια ενιαία θεωρία, όπως ίσχυε μέχρι τότε. Η ανθρωπολογία τεμαχίστηκε σε διάφορους αυτόνομους κλάδους, κι’ αυτό σημαίνει ότι απέκτησε αμεσότερη σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα και με τα προβλήματα που την απασχολούν και, ενδεχομένως,  την διχάζουν. Από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται η ανάδυση ενός πλήθους ειδικών κλάδων: οικονομική ανθρωπολογία, ανθρωπολογία της υγείας, της θρησκείας, των φύλων, του σώματος και της έκφρασης, της τέχνης, του δικαίου, της παιδείας κ.ά. που δείχνει ότι τείνει να αντιστραφεί το σύστημα των επιστημών, όπου όλες οι επιστήμες διέπονται από την ανθρωπολογική προσέγγιση, η οποία διεκδικεί τη θέση της φιλοσοφίας και, αντί να υπηρετεί ο άνθρωπος τις επιστήμες και το λόγο, να τεθούν αυτές κάτω από την υπηρεσία του ανθρώπου. Η αντιστροφή αυτή σημαίνει ριζική επανάσταση στη σφαίρα της γνώσης. Με άλλα λόγια, σημαίνει την απόσπαση της δύναμης που διαθέτει η γνώση και την παραχώρησή της στην κοινωνία. Η επανάσταση αυτή συνεχίζει να διεξάγεται ακόμα πιο έντονα μέχρι, σήμερα, παράλληλα με την πολική αλλαγή αρχίζει να διαμορφώνεται στον πλανήτη μας: Φόρουμ, κινήματα των πλατειών, Λατινική Αμερική.

H κριτική προς την αποικιοκρατία απεκάλυψε την εξάρτηση της ανθρωπολογίας, αλλά και των άλλων επιστημών, από τις σχέσεις εξουσίας και την πολιτική. Αυτό άνοιξε το δρόμο στην είσοδο στην ανθρωπολογία του μαρξισμού, ο οποίος μέχρι τ0 1970 βρισκόταν έξω από τα κύρια ρεύματά της. Η είσοδος αυτή οφείλεται, επιπλέον, στα κοινωνικά κινήματα της εποχής, στο σπουδαστικό και στο φεμινιστικό, καθώς επίσης και στην κριτική που ασκήθηκε στον  C. Lévi-Srauss. Ο Needham και άλλοι στην Αγγλία και ο  M. Mauss στη Γαλλία επιστρέφουν στη διάκριση βάση/κουλτούρα κατά την οποία ο μύθος και οι τελέσεις αντανακλούν στο συμβολικό επίπεδο τις αντιθέσεις που διεξάγονται στο κοινωνικό επίπεδο. Ο μαρξισμός παρουσιάστηκε σαν έκρηξη στην ανθρωπολογία και κάτω από την επιρροή του διαμορφώθηκαν τα εξής ρεύματα:

Πρώτο, ο δομικός μαρξισμός. Μαζί με τη θεωρία των ταξικών αντιθέσεων εισήγαγε και τον κριτικό αναστοχασμό προκαλώντας διανοητική επανάσταση: Terray, Meillassoux, Godelier, Sahlins, Friedmann. Θέτει ως προσδιοριστικούς όρους την εσωτερική δυναμική της κοινωνίας, δηλαδή ορισμένες δομές των κοινωνικών σχέσεων, αντί το περιβάλλον και την τεχνολογία. Υποτάσσει τον οικολογικό παράγοντα στην ανάλυση των εσωτερικών όρων. Κρίσιμες κοινωνικές σχέσεις θεωρεί εκείνες που προκύπτουν από τον τρόπο παραγωγής –συλλογή, γεωργία, δουλοκτησία, βιομηχανία- που βρίσκονται κάτω από τις κοινωνικές σχέσεις της επιφάνειας: συγγένειας, φυλής, έθνους. και που κρύβουν τις σχέσεις ανισότητας. Κύριο γνώρισμα της κουλτούρας θέτει την ιδεολογία, η οποία συνδέεται με τις υλικές σχέσεις διαμέσου οικονομικο-πολιτικών διαδικασιών. Εκτός από την παραγωγή, μελέτησε την οικογένεια, την οικιακή παραγωγή κ.ά. ως σχέσεις αναπαραγωγής. Αδυναμίες του είναι ο περιορισμός της κουλτούρας στην ιδεολογία και ο απόλυτος διαχωρισμός βάσης/ εποικοδομήματος.

Δεύτερο, η πολιτική ανθρωπολογία. Ξεκίνησε από το world system (παγκόσμιο σύστημα) και την πολιτική οικονομία της υποανάπτυξης των Wallerstein και Franc. Αντίθετα προς το δομικό μαρξισμό, εξετάζει συστήματα μεγάλης κλίμακας, καθώς και την επίδραση του καπιταλισμού στη μικρή κλίμακα, κυρίως στις αγροτικές κοινωνίες. Με τη μελέτη των μεγάλων συστημάτων αναίρεσε την αντίληψη ότι οι κοινωνίες είναι αυτόνομες νησίδες, ανεξάρτητες από το κράτος (E. Wolf). Έδωσε ώθηση στην ιστορική ανθρωπολογία και μελέτησε το συμβολισμό, κατά τρόπο που να αναιρεί το σχίσμα μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού. Θεωρεί ότι οι «Άλλοι» συνιστούν προϊόντα της καπιταλιστικής πίεσης. Με τη συμβολή του Foucault, ανοίγει το δρόμο στη βιοπολιτική. Αδυναμία της είναι ότι δίνει έμφαση στην καπιταλιστική κυριαρχία υποτιμώντας τις διαδικασίες της αντίστασης.

Τρίτο, η θεωρία της πρακτικής. Πηγάζει από τους αντίθετους προς το στρουκτουραλισμό, ο οποίος εκμηδένιζε το ρόλο του ατόμου και, ιδιαίτερα, από τον  P. Bourdieu. Εισάγει τους νέους όρους: πρακτική, πράξη, ατομική δραστηριότητα, διάδραση, επιτέλεση, στρατηγική και habitus. Aντιπαραθέτει στους κανόνες, τους οποίους ορίζουν η κουλτούρα και οι θεσμοί, τη στρατηγική που χρησιμοποιεί η ατομική δραστηριότητα με βάση το habitus. Ατομική δραστηριότητα και σύστημα είναι πρωταρχικοί όροι της κοινωνίας και συνδέονται με συμπληρωματικότητα ή με αντίθεση (Giddens, Goffman, R. Williams). Η κοινωνία δεν νοείται ως τυχαίο άθροισμα ερεθισμάτων ή προσαρμογών ούτε ως συλλογή ομοίων στοιχείων αλλά ως δυναμικό ζωντανό σύστημα, όπου τα μέρη του βρίσκονται σε αμοιβαία αλληλεξάρτηση. Είναι η ολότητα της κοινωνικής οργάνωσης και της κουλτούρας. Ένας θεσμός, για παράδειγμα ο γάμος, είναι μαζί σύστημα κοινωνικών σχέσεων, πολιτική διαδικασία, οικονομική τακτοποίηση, αξίες, κανόνες και συγκινησιακή διάταξη. Η έννοια του «ολικού» είχε διατυπωθεί από τον M. Mauss. Όλα τα στοιχεία του συστήματος δεν έχουν την ίδια αναλυτική σημασία.

Η πρακτική εξηγεί τη γένεση, αναπαραγωγή και αλλαγή της μορφής και της σημασίας ενός κοινωνικο-πολιτισμικού φαινομένου. Δίνει προτεραιότητα στις έννοιες του χρόνου και του κοινωνικού μετασχηματισμού. Αντικαθιστά την έννοια της ουσίας με την έννοια της διαδικασίας. Αποτελεί ένα γόνιμο μοντέλο ερμηνείας που ενώνει την ανθρωπολογική μελέτη με την ιστορική. Αντί της στατικής λογικής εισάγει τη διαλεκτική. Σύμφωνα με αυτήν, το σύστημα κάνει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος το σύστημα.

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι στο ερευνητικό της έργο η ανθρωπολογία αντιμετωπίζει πολλά ζητήματα ηθικής σημασίας, που έρχονται σε αντίθεση με το βασικό ερώτημα της ύπαρξής της ως επιστήμης, βάζοντας σε πρώτη γραμμή το ερώτημα ¨για ποιον ερευνά, ποιους ερευνά και με ποιο σκοπό;¨ Το γεγονός ότι στις κοινωνίες της ανισότητας, στις οποίες ζούμε, ερευνά κοινωνικά στρώματα των υποτελών και ποτέ της κυρίαρχης τάξης κινεί την υποψία ότι προσφέρει τις υπηρεσίες της στους μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας. Η υποψία αυτή είναι βάσιμη, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, ξεκίνησε μελετώντας τους αποικιοκρατούμενους για να τους εκμεταλλευτεί. Στην περίοδο της αποικιοκρατίας «ο παρατηρούμενος δεν μπορούσε ποτέ να έχει πρόσβαση στα δεδομένα της έρευνας ούτε να έχει την ευκαιρία να αντιδράσει ή να τα κριτικάρει» (Clammer 1995:65).

Με τη μεταστροφή της μετά το 1970, η ανθρωπολογία προχώρησε στην αποκάλυψη των κοινωνικών αντιθέσεων και των σχέσεων εξουσίας, δεδομένου ότι οι περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες είναι κοινωνίες της ανισότητας. Εξαιτίας αυτού, έσβησαν οι καλές σχέσεις της ανθρωπολογίας με το σύστημα, το οποίο σταμάτησε τις επιχορηγήσεις και περιόρισε τις επιστήμες του ανθρώπου. Το 1964 ιδρύθηκε στην Αγγλία η ένωση των ανθρωπολόγων ASA με σκοπό τον αποκλεισμό της εφαρμοσμένης ανθρωπολογίας. Αντίθετα, υπήρξαν πολλοί ανθρωπολόγοι που υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα των αυτόχθονων, με πρώτον τον L. Morgan ο οποίος συνηγόρησε για τα νομικά δικαιώματα των Ιροκέζων. Αυτό επαναλήφθηκε με την συμπαράσταση των ανθρωπολόγων προς τους Εσκιμώους του Καναδά, προς τους  Αβορίγινες της Αυστραλίας και προς τους Σαν της Ν. Αφρικής, από τους J. Marshall και R. Lee. Αυτό, όμως, δεν αρκούσε για να αλλάξει η μεθοδολογία, γιατί τα νοητικά συστήματα έχουν εξάρτηση από τις σχέσεις δύναμης και εξουσίας.

Το σύστημα περιόρισε την ακαδημαϊκή ανθρωπολογία στην αφηρημένη θεωρία. Σε απάντηση, εντάθηκε η προσπάθεια για την ανάπτυξη της εφαρμοσμένης ανθρωπολογίας. Το 1988 ιδρύθηκε στην Αγγλία ο σύλλογος GAPP, που συνδέθηκε με ανάλογους οργανισμούς και το 1993 προχώρησε στην ίδρυση Διεθνούς Εταιρείας. Ταυτόχρονα, στράφηκε στην έρευνα της ιδεολογίας, της παγκοσμιοποίησης, των σχέσεων δύναμης και της εξουσίας από τους Ι. Wallerstein, E. Wolf, M. Taussig, S. Mintz, L. Nader, A. Ong και άλλους.

Η ανθρωπολογία στην Ελλάδα ήταν επίσης σε δυσμένεια από το πολιτικό σύστημα και παραμένει ακόμα σε δυσμένεια, αφού δεν προβλέπονται θέσεις εργασίας για τους αποφοίτους των σχολών. Η πρώτη ανθρωπολογική μελέτη δημοσιεύτηκε το 1882 από τον Α. Πασπάτη, για τους Ρομά. Το 1886 ο γιατρός Κλων Στέφανος ίδρυσε το Ανθρωπολογικό Μουσείο και το 1889 συνέταξε τους χάρτες κρανιομετρίας της Ελλάδας. Στην έδρα της ανθρωπολογίας τον διαδέχτηκε ο Ι. Κούμαρης, οπαδός της ευγονικής,  που το 1924 ίδρυσε την Ανθρωπολογική Εταιρεία, στο πρότυπο των αντίστοιχων της Ευρώπης, με σκοπό την απόδειξη της βιολογικής καθαρότητας του έθνους. Την εταιρεία ανασύστησε το 1976 ο Α. Πουλιανός με τον ίδιο σκοπό.                  Το ιδεολογικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε το νεοελληνικό κράτος ήταν το εξής. Με τα βιβλία του στα 1835 και 1857, ο γερμανός ιστορικός J. Fallmerayer αμφισβήτησε την εθνική ομοιογένεια των Ελλήνων πλήττοντας την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας, που θα την δούμε στο επόμενο μάθημα και που αποτελούσε το έμβλημα του κυρίαρχου λόγου, της εθνικοφροσύνης. Σε αντιπαράθεση, ο Σ. Ζαμπέλιος (1857) και άλλοι διανοούμενοι της εθνικοφροσύνης υποστήριξαν τη θεωρία της ιστορικής συνέχειας και της παλιγγενεσίας. Αναζήτησαν στηρίγματα από τηλαογραφία  Τον  ίδιο χρόνο στέλνεται υπουργική εγκύκλιος στους δασκάλους και το 1887 δεύτερη εγκύκλιος, αυτή τη φορά από τον Ν Πολίτη, για  τη συλλογή γλωσσικού υλικού –λέξεις, παροιμίες, τραγούδια- «προς απόδειξιν της πολλαχώς αμφισβητηθείσης καταγωγής του ημέτερου έθνους». Το 1908 ιδρύεται έδρα της λαογραφίας που την καταλαμβάνει ο Ν. Πολίτης και ακολουθούν οι Γ. Μέγας, Σ. Κυριακίδης, Μ. Μερακλής. Η λαογραφία κυριάρχησε μέχρι το 1980 στην υπηρεσία της συνέχειας του έθνους. Την ενίσχυσε ιδιαίτερα η Χούντα, απονεκρώνοντας την ανθρωπολογία που μόλις είχε εμφανιστεί.

Ενώ βρισκόταν στην αφάνεια, η κοινωνική ανθρωπολογία προβάλλει μέσα από το πλαίσιο του σχεδίου Μάρσαλ και της ΟΥΝΕΣΚΟ με, α) την ίδρυση του Ελ. Κέντρου Κοιν Ερ. το 1960, από πρωτοβουλία του Ι. Περιστιάνη, που έγινε και πρόεδρός της, β) τη διεξαγωγή επιτόπιων ερευνών από αγγλοσάξονες ανθρωπολόγους W. McNeil (1946), J, Campbell (1954), E. Friedl (1954) κ.ά. Οι μελέτες αυτές ακολουθούσαν τα κριτήρια των αντίστοιχων που διεξάγονταν για τις αποικίες ώστε ερευνούσαν για στερεότυπα –π.χ. την τιμή/ντροπή- και αντίκριζαν την Ελλάδα ως γεωργική χώρα και ομοιογενή. Την ίδια εποχή κάνει διαλέξεις ο πρίγκηπας Πέτρος, γιος της Μαρίας Βοναπάρτη και ανθρωπολόγος, ο οποίος μετείχε στην εταιρεία του Κούμαρη και είχε κάνει έρευνες στο Θιβέτ για την πολυανδρία (1963). Πολύ μεγάλη ήταν η επιρροή στο κοινό του Π. Λεκατσά, ο οποίος μελετούσε ανθρωπολογικά την αρχαιότητα με βάση τον μαρξισμό και την αρχαιολογική σχολή της Οξφόρδης –Frazer, Harisson κ.ά. Τέλος, στην ίδια εποχή συντελούνται σημαντικές ανακαλύψεις της προϊστορικής Ελλάδας, κυρίως στη Θεσσαλία αλλά και αλλού, από τους V. Milojčić (1958), E.Higgs (1962), Δ. Θεοχάρη κ.ά. Δυστυχώς δεν επιτεύχθηκε συνεργασία της ανθρωπολογίας με την αρχαιολογία. Και η άνοδος της Χούντας το 1967 νέκρωσε τη σύντομη αυτή άνοιξη.

Η Ελλάδα έγινε πεδίο έρευνας από τους ξένους ανθρωπολόγους: Kenna, Herzfeld, du Boulay, Hirshon, Dubisch, Danford κ.ά. Συνέχισαν να αντικρίζουν την Ελλάδα ως γεωργική, ομοιογενή χώρα και με το πνεύμα του δομολειτουργισμού. Η μεταπολίτευση εγκαταλείπει την εθνικοφροσύνη. Η πολιτική αλλαγή και η επιστροφή εξόριστων διανοουμένων, κυρίως αριστερών, ευνόησε τη στροφή της έρευνας στο δομικό μαρξισμό και της λαογραφίας στην εθνογραφία: Νιτσιάκος, Δαμιανάκος, Σκουτέρη. Οι ξένοι ανθρωπολόγοι εγκαταλείπουν το στερεότυπο της τιμής/ντροπής και μελετούν το φύλο και άλλα θέματα: Dubisch (1986), Handman (1985), Piault (1985)- η Piault εφάρμοσε και την οπτική ανθρωπολογία, με φιλμάρισμα. Σ΄ αυτό το διάστημα μπαίνει στη σκηνή η πρώτη γενιά των ελλήνων ανθρωπολόγων με σπουδές στο εξωτερικό: Μαδιανού, Παπαταξιάρχης, Παραδέλλης, Μπακαλάκη, Δημητρίου-Κοτσώνη, Πετρονώτη, Καυτατζόγλου κ.ά. Ταυτόχρονα, η ανθρωπολογία εισάγεται το 1982 στο Πάντειο παν/μιο, ιδρύεται το παν/μιο του Αιγαίου το 1985 και σε συνέχεια εισάγεται η ανθρωπολογία και σε άλλα πανεπιστήμια.                                                     Από την παραπάνω σύνοψη της ιστορίας της ανθρωπολογίας προκύπτουν τα εξής που προσδιορίζουν τη σημασία, την ιδιομορφία και το ρόλο της στο πεδίο των επιστημών.

1) Η ανθρωπολογία αναπτύχθηκε σε εξάρτηση προς τις ανάγκες του κυρίαρχου λόγου και του ελέγχου της Δύσης στον υπόλοιπο. Την εξάρτηση αυτή την διατηρεί ως ακαδημαϊκή ανθρωπολογία.

2) Στην πορεία της όμως ως επιστήμη, σημείωσε ορισμένα βήματα στο πεδίο της γνώσης. Προσέγγισε το αντικείμενό της από διάφορες πλευρές: ιστορική, δομική, συγκριτική κ.ά. οδηγώντας, μετά τη μαρξιστική και τη θεωρία της πρακτικής, στη ολική σύλληψη της κοινωνίας ως δυναμικό σύστημα, άποψη την οποία και θα ακολουθήσουμε με κύριο στόχο έρευνας την παγκόσμια κρίση. Δεν πρόκειται για κάποιον «καθρέπτη της αλήθειας» αλλά για το πιο ικανοποιητικό μοντέλο, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα της γνώσης για την κατανόηση και αντιμετώπιση του κόσμου.

3) Μέχρι σήμερα πιστεύεται ότι το πρώτο στάδιο της ανθρωπότητας ήταν η αγριότητα. Εντούτοις, πριν μισό αιώνα η ανθρωπολογία αποκάλυψε ότι οι απλές κοινωνίες, οι λεγόμενοι πρωτόγονοι, βρίσκονται σε ανώτερο ηθικό επίπεδο του πολιτισμού από τον δικό μας, αγνοούν τον πόλεμο και τη βία και σέβονται τα ίσα δικαιώματα των φύλων και των ηλικιών. Συνεπώς, αναθεωρείται το δόγμα της ανωτερότητας του Δυτικού πολιτισμού.

4) Κατά την παραπάνω διαδικασία της ανάπτυξής της παρουσίασε, μετά το 1970 που ήταν σταθμός στη μετεξέλιξή της, τη συγκρότηση σε επιμέρους κλάδους: οικονομική ανθρωπολογία, αστική, ανθρωπολογία της υγείας, της θρησκείας, της τέχνης, της γλώσσας, του δικαίου κ.ά. Συνεπώς, αντιπαρέταξε στο καθιερωμένο σύστημα των κοινωνικών επιστημών ένα αντίστοιχο σύστημα με βάση την ανθρωπολογική προσέγγιση. Με τη συγκρότηση αυτή ανατρέπεται η δομή του γνωστικού μας πεδίου και, αντί να υπηρετεί ο άνθρωπος τις a priori αρχές της επιστήμης που στέκει πάνω από αυτόν, να υπηρετεί η επιστήμη τις ανάγκες του ανθρώπου και να ελέγχεται από αυτές –π.χ. το πρόβλημα της παραγωγής όπλων,  των μεταλλαγμένων κ.ά.

5) Η διαμόρφωση της ανθρωπολογίας ως γενικής σύνθεσης των επιστημών του θέτει σοβαρό πρόβλημα της σχέσης με τη φιλοσοφίας, η οποία συνιστά ομοίως γενική σύνθεση των επιστημών. Έχουν κοινή τη διάσταση της υπέρβασης από το επίπεδο της εμπειρίας στη γενίκευση. Αλλά η φιλοσοφία περιορίζει την υπέρβαση  στην επιστημολογία αγνοώντας την ηθική και ενεργώντας μέσα στα όρια της κουλτούρας, ενώ η ανθρωπολογία διεξάγει την υπέρβαση έξω από την κουλτούρα, ως κριτική της. Η φιλοσοφία είναι ιστορικό φαινόμενο και όχι αιώνια. Αποτελεί προϊόν της κοινωνίας του Διαφωτισμού η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο άτομο και το θεωρεί πρωταγωνιστή της σκέψης –«σκέπτομαι άρα υπάρχω» του Descartes- της κοινωνικής συγκρότησης και της ιστορίας. Αντίθετα, η ανθρωπολογία βλέπει τον άνθρωπο σε διαλεκτική εξάρτηση με την κουλτούρα, την οποία η φιλοσοφία την αγνοεί, όπως αγνοεί και την κοινωνία. Η ανθρωπολογία εστιάζει στις αντιθέσεις και στο μετασχηματισμό, ενώ η φιλοσοφία μένει έγκλειστη στις κατηγορίες της κουλτούρας της –ανδροκρατία, ανισότητα κ.ά.- και εστιάζει στη διατήρηση ή στη μεταρρύθμισή της.

Η ανθρωπολογία συνδέεται οργανικά με τους εξής κλάδους: Την εθνογραφία, που συγκεντρώνει το σχετικό υλικό. Την εθνολογία, που ταξινομεί το υλικό με βάση την ιστορία. Την προϊστορική αρχαιολογία που αφορά την εποπτεία της στη διάσταση του χρόνου. Τη φυσική ανθρωπολογία που εξετάζει το βιολογικό υπόβαθρο: φυλές κ.ά. Και με τη γλωσσολογία που ερευνά την αντανάκλαση ης κοινωνικής δομής στη γλώσσα, τις σχέσεις καταγωγής προς τις άλλες κουλτούρες κ.ά. Συνδέεται επίσης με τη λαογραφία κάτω από τις επιφυλάξεις που αναφέρθηκαν, καθώς επίσης και με την ιστορία από την πλευρά της παράδοσης και του μετασχηματισμού. Ενσωματώνει την ψυχολογία, εφόσον ο ψυχισμός των  ατόμων διαμορφώνεται από την κουλτούρα, περιορίζοντάς την στη βιογραφική ανάλυση. Τέλος, διαφέρει σε πολλά σημεία οπτικής και μεθόδου από την κοινωνιολογία, η οποία, α) περιορίζεται στις βιομηχανικές κοινωνίες, β) αγνοεί το ρόλο της κουλτούρας, γ) αδιαφορεί για τη συγκριτική, δ) εξετάζει τα άτομα ποσοτικά στη βάση των μεγάλων αριθμών (στατιστική), ε) αγνοεί τις κοινωνικές σχέσεις και την ψυχολογική δυναμική που απορρέει από αυτές (πίστεις, προσδοκίες, αξίες), στ) αγνοεί τη συμμετοχική παρατήρηση και τη συστημική ανάλυση.

Το μικρό μέγεθος των κοινοτήτων, που ερευνά η κοινωνική ανθρωπολογία, της επέτρεψε να αναπτύξει την ολιστική και συστημική μέθοδο. Με βάση αυτήν και σε αντίθεση με την κοινωνιολογία, που αγνοεί την έννοια του συστήματος, εξετάζει τη διαλεκτική αλληλεξάρτηση των διαφόρων πλευρών της κοινωνικής ζωής, τείνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στη διεπιστημονική θεώρηση. Επιπλέον, δεν ερευνά ως στοιχεία της κοινωνικής δομής τα άτομα αλλά τις κοινωνικές σχέσεις, που συνιστούν την κοινωνική δομή, δηλαδή τις διαδράσεις και συμπεριφορές μεταξύ των προσώπων, καθώς επίσης τις σκέψεις, τις προθέσεις, τα συναισθήματα και τις συγκινήσεις των δρώντων ατόμων που εκδηλώνονται μέσα από τις σχέσεις αυτές (Gluckman 1964:14). Τρίτη σημαντική διαφορά είναι ότι αντίκρισε τις απλές κοινωνίες, σε αντιδιαστολή με την ατομοκρατική αντίληψη που είχε για τη Δυτική κοινωνία, τις είδε ως ομάδες ατόμων υποταγμένων στις κοινωνικές νόρμες, με άλλα λόγια, τις είδε σαν κουλτούρες. Εξαιτίας αυτού, ερεύνησε τα φαινόμενα της κοινωνικοποίησης, του αποπολιτισμού, των κοινωνικών κατασκευών, καθώς και τις λειτουργίες που περικλείει η κουλτούρα: της παραγωγής, της αναπαραγωγής και της αυτορρύθμισης, όπως θα δούμε στα επόμενα. Τέταρτη διαφορά είναι ότι εφάρμοσε τη συγκριτική μέθοδο που η κοινωνιολογία επίσης την αγνοεί. Πέμπτο και πιο σημαντικό είναι ότι δεν αντικρίζει τις κοινωνίες και τις κουλτούρες τους ως στατικά συστήματα, ως φωτογραφίες, αλλά σαν δυναμικά συστήματα που βρίσκονται σε συνεχή μετασχηματισμό. Οι έρευνες, για παράδειγμα οι ανασκαφές στη Β. Γκάνα, έδειξαν συνεχείς πολιτισμικές αλλαγές από το 1.300 (Blumfiel 2003:211). Τέλος, κάτω από το ίδιο πρίσμα, πρόβαλε τα συμβολικά συστήματα και τον κυρίαρχο ρόλο που παίζουν στη ζωή των ατόμων.

Οι εξω-ακαδημαϊκοί ανθρωπολόγοι στη Αγγλία συνασπίσθηκαν στην GAPP (Ανθρωπολογία της Πρακτικής και της Πολιτικής) και  στις ΗΠΑ εντάχθηκαν στην εφαρμοσμένη ανθρωπολογία. Σκοπός των ομάδων αυτών, που σήμερα συγκροτούν την ανθρωπολογία της πολιτικής ή της πολιτικής οικονομίας, είναι να μελετήσουν το πώς η κυβερνητική πολιτική ορίζει και ελέγχει τις κοινωνικές σχέσεις και την οικονομία. Με την επέκτασή του ερευνητικού πεδίου της από τις εξωτικές στις χώρες της Δύσης η ανθρωπολογία εισήγαγε την προηγμένη, ως προς την κοινωνιολογία, μεθοδολογία της: τη συστημική ανάλυση, τις λειτουργίες της κουλτούρας κ.ά. Ήταν, εντούτοις, αναγκαίο να τις αναπροσαρμόσει, για να ανταποκριθεί στα δεδομένα του νέου της πεδίου, Εξάλλου, η ανθρωπολογία των ¨εξωτικών¨ και ομοιογενών κοινωνιών τελείωσε, γιατί εξαιτίας της δυτικοποίησης έσβησαν σχεδόν οι απομονωμένες κοινωνίες (Ahmed & Shore 1995:21) και μαζί με αυτές έχασαν τη σημασία τους οι μονογραφίες για τις κοινωνίες αυτές (Grimshaw & Hart 1995:46). Επομένως, έπρεπε να αναθεωρήσει τη θέση της στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης. Έγινε αναγκαίο να ερευνήσει τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την έξαρση των εθνικισμών, τα κύματα των μεταναστεύσεων, την παραγωγή των σχέσεων δύναμης, τις κοινωνικές αντιθέσεις, τις μορφές αντίστασης και τις ραγδαίες αλλαγές. Να στραφεί στα φλέγοντα θέματα του ρατσισμού, της βίας, της φτώχειας και της βιοεξουσίας, για τα οποία η ακαδημαϊκή ανθρωπολογία σιωπά. Να μελετήσει τις δομές της εξουσίας, αντί τους υποτελείς με τους οποίους ασχολούταν. Γίνεται φανερό ότι με τον αναπροσανατολισμό αυτό της ανθρωπολογίας, το πρόβλημα της μεθοδολογίας γίνεται ακόμα οξύτερο, πέρα από τη διάστασή της με τη μεθοδολογία του θετικισμού.

Δύο είναι οι κύριοι λόγοι για τους οποίους η ανθρωπολογία κρίνεται ως το πιο κατάλληλο εργαλείο για τα κοινωνικά προβλήματα. Πρώτο, το μεγάλο εύρος της εποπτείας που διαθέτει και η συστημική μέθοδος ανάλυσης που χρησιμοποιεί. Και δεύτερο, η αναίρεση της απρόσωπης στάσης του επιστήμονα και η αντιστροφή, αντί της υπόταξης του ανθρώπου στη αυθεντία της επιστήμης, να υποταχθεί η επιστήμη στις ανάγκες του ανθρώπου. Το μείζον ζήτημα που αντιμετωπίζει στη σημερινή περίοδο της παγκοσμιοποίησης, περίοδο κρίσης κατά την οποία συντελείται η μεγαλύτερη καμπή στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπου την πολιτική διαχείριση την κατέλαβαν οι οικονομολόγοι και όπου η οικονομία επιτίθεται στην κοινωνία, όπως είχε προβλέψει από το 1944 ο K.Polanyi, και όλοι οι κοινωνικοί τομείς –πανεπιστήμια, νοσοκομεία κ.ά, μετατρέπονται σε μηχανισμούς αποκόμισης κέρδους-, ύστατος σκοπός της είναι η διάσωση του πλανήτη. Κάτω από αυτό το καθήκον, αλλάζει ριζικά η θέση του ανθρωπολόγου. Αντί ακαδημαϊκός-επιστήμονας, γίνεται επιστήμονας-ακτιβιστής.

Στην μέχρι σήμερα θέση του ερευνητή, προέχει η εξάρτησή του από τη Διοίκηση, τόσο ως προς τη χρηματοδότηση και τα μέσα, όσο και ως προς την επιλογή του θέματος και την αξιοποίηση της έρευνας. Εκτός από την εξάρτησή του υπάρχει και ένας άλλος λόγος που κάνει τη θέση του προβληματική. Πρόκειται για τον αμοραλισμό του Δυτικού πολιτισμού που εκφράζεται, όπως αναφέρθηκε, και στην επιστήμη με την αρχή της value free και στην αισθητική, κατά την οποία η κρίση του ωραίου δεν αφορά τη χρήση ή το σκοπό του αναπαριστάμενου αντικειμένου αλλά μόνο τη μορφή της αναπαράστασής του (Kant 1966:17).  Το αποτέλεσμα είναι ότι, από τη στιγμή που ο ανθρωπολόγος πουλάει τις γνώσεις του -αφού πληρώνεται γι’ αυτό- χωρίς να ελέγχονται οι ηθικές συνέπειες της εφαρμογής τους, «μετατρέπει την ανθρωπολογία σε μεγάλη πόρνη» (Bastide 1971:37). Το αντίστοιχο συνέβη και με την αρχαιολογία, την οποία όλη η Ευρώπη τη χρησιμοποίησε στο μεσοπόλεμο για στήριξη του εθνικισμού (Hodder 1991:4). Αντίστροφα, ηθικές και πολιτικές πιέσεις εμποδίζουν τους μη-Δυτικούς ανθρωπολόγους, να ερευνήσουν τη Δυτική κοινωνία (Asad 1980:662).                                                                                                                   Υπάρχουν δύο πλευρές της ηθικής. Η υποκειμενική, που αφορά τη στάση της επιστήμης και, ειδικότερα, της μεθοδολογίας ως προς τις κοινωνικές σχέσεις και η αντικειμενική, που διέπει τις κοινωνικές σχέσεις. Η πρώτη θεωρείται εμπόδιο στην ανάπτυξη της επιστήμης (Lienhard 1985:159) και επιβάλλει να αντικρίζουμε τις κοινωνίες σαν υλικά αντικείμενα. Παρόλα αυτά, πολλοί ανθρωπολόγοι παραβίασαν τις αρχές αυτές της «καθαρής» επιστήμης και αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα των αυτόχθονων με πρωτο τον Morgan.

Η αντικειμενική ηθική ορίζεται από την ισονομία και την αμοιβαιότητα στις κοινωνικές σχέσεις και διαδράσεις των ατόμων. Είναι άσχετη με την ηθικολογία που ορίζει τις αρχές διάκρισης και υποτέλειας των κοινωνιών της ανισότητας. Αυτή τροποποιείται από τις σχέσεις παραγωγής. Για παράδειγμα, η εισαγωγή του χρήματος την περιορίζει, γιατί αναιρεί την πρόσωπο με πρόσωπο σχέση των οικονομικών συναλλαγών. Γι’ αυτό, οι κοινωνίες στις οποίες εισάγεται το χρήμα διατηρούν ανεξάρτητες από το χρήμα σφαίρες ανταλλαγών σε είδη, όπως ήταν η σφαίρα ανταλλαγών jajmani στην Ινδία, περιορίζοντας τη χρηματική σφαίρα ανταλλαγών για τις δοσοληψίες με το εξωτερικό (Gould 1958:273).

Η μείωση της ηθικής στις κοινωνίες της Δύσης, που είναι κοινωνίες του χρήματος, μεταβάλλει και τις σημασίες. Η λέξη ‘’αγαθός’’ σημαίνει πλέον ‘’τον εύπιστο, αυτόν που μπορούμε να εξαπατήσουμε’’. Επιπλέον, επηρέασε και την επιστήμη που είναι παράγωγό της Δύσης, με αποτέλεσμα, η επιστήμη και η μεθοδολογία τους να αποχωριστούν από τις αξίες, δηλαδή από την ηθική. Αυτό έφερε σε διάσταση την ανθρωπολογία, η οποία ερευνά τις κοινωνικές σχέσεις, άρα και την ηθική, με τις θετικές επιστήμες –οι οποίες αδιαφορούν για την ηθική και δεν την θεώρησαν επιστήμη- και ως επακόλουθο, προκάλεσε τη δυσμένεια της πολιτικής εξουσίας που στηρίζεται στις θετικές επιστήμες..

Το ζήτημα της ηθικής στην ανθρωπολογία το είχε θίξει το 1919 ο F. Boas, αλλά δεν απασχόλησε σοβαρά τους ανθρωπολόγους. Ο πληροφορητής δεν απόκτησε ποτέ το δικαίωμα να διαβάσει τη μελέτη. Η ανάγκη να υπάρχει κώδικας δεοντολογίας των ανθρωπολόγων παρουσιάστηκε όταν προέκυψε το πρόγραμμα Κάμελοτ. Συνειδητοποιήθηκε τότε ότι η γνώση είναι μεταξύ άλλων, και πηγή δύναμης. Το αν θα βλάψει ή θα ωφελήσει εξαρτάται από τις σχέσεις δύναμης των ανθρωπολόγων με την κυβέρνηση. Το ζήτημα εντάθηκε από τα κινήματα του μαρξισμού και του φεμινισμού στη 10ετία του ’60. Στον πόλεμο του Βιετνάμ καταγγέλθηκε ότι ορισμένοι ανθρωπολόγοι εργάστηκαν παράνομα στην Ταϊλάνδη, οπότε, το 1971, η Α.Α.Α. αναγκάστηκε να συντάξει τον κώδικα δεοντολογίας (Akeroyd 1995:135). Εντούτοις, δεν υπήρξε καμιά τιμωρία και, σήμερα, εργάζονται ακόμα ανθρωπολόγοι στο Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ (Bernard 2006:75).

Από τις σχετικές ζυμώσεις αναγνωρίστηκε ότι οι ανθρωπολογικές μελέτες δεν ωφέλησαν τις κοινότητες για τις οποίες συντάχθηκαν, ότι αντίθετα μπορεί και να τις έβλαψαν και ότι η ¨ουδέτερη¨ έρευνα είναι και αυτή εξίσου πολιτική. Παράλληλα, προτάθηκε το πρόβλημα σχετικά με τους σκοπούς της ανθρωπολογίας. Ο ηθικός προβληματισμός  επεκτάθηκε σε όλα τα στάδια της έρευνας. Σ΄ αυτά περιλαμβάνεται και ο σεβασμός στα προσωπικά δεδομένα όσων δίνουν πληροφορίες και η κάλυψή τους με την τήρηση της ανωνυμίας τους.

Σήμερα, επικρατεί η εφαρμοσμένη ανθρωπολογία με βάση την ανθρωπολογία της διακυβέρνησης (anthropology of policy), κλάδο της πολιτικής ανθρωπολογίας (political anthropology). Ερευνά τις κοινωνικές ομάδες της μικροκλίμακας όπως πάντα, το local, στη διαλεκτική σχέση του με τη μακροκλίμακα, το global. Τα κύρια θέματα που εξετάζει είναι: α) Τη σύνδεση μεταξύ της παγκοσμιοποίησης και της πολιτικής. β) Τη δομική οργάνωση και οικονομική ανακατανομή στη μετανάστευση. γ) Τη βιοπολιτική, δηλαδή, την επίθεση της οικονομίας. δ) Την πολιτική της παγκόσμιας γεωργίας και της κοινωνικής ανισότητας. ε) Τις πολιτικές που επηρεάζουν τη γεωργία. στ) Την επιβάρυνση της οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας στο περιβάλλον. Οι ανθρωπολόγοι βοήθησαν πολλές ομάδες που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση με γνώσεις, προγράμματα και με νομική υποστήριξη.                                                                                                                               Η ανθρωπολογία περιλαμβάνει, πλην της κοινωνικής ανθρωπολογίας, την αρχαιολογία, τη φυσική ανθρωπολογία και τη γλωσσολογία.

Ασκήσεις                                                                                                          

1. Νομίζετε ότι η ιδιοφυία είναι βιολογικά κληρονομική; Δώστε παραδείγματα

 

Βιβλιογραφία                                                                                            

Κακάμπουρα, Ρέα, 2006, Λαογραφικά αρχεία εθνική ταυτότητα: μια σχέση                    αλληλεπίδρασης, Κριτική Διεπιστημονικότητα 2. Σαββάλας.

Δημητρίου, Σ., 1989, Η θέση της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο πλαίσιο της  Γενικής Ανθρωπολογίας, Διαβάζω, 222.

Λίενχαρντ, Γκ., 1985, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αθήνα, Gutenberg. .

Papataxiarchis, E., 2011, From ‘’National’’ to ‘’Social Science’.’

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Αναδημοσιεύσεις, Κοινωνικό Πανεπιστήμιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s