Γιατί η παρούσα κρίση είναι μη αναστρέψιμη-Κατάσταση εξαίρεσης και αποδόμηση του συστήματος (Μέρος Β’) του Σωτήρη Δημητρίου

bp10

Κατάσταση εξαίρεσης και αποδόμηση του συστήματος

ΙΙ. Η αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου

Για να σχηματίσουμε μια ολιστική εικόνα της κρίσης, μπορούμε να αντικρίσουμε την ανθρώπινη κοινωνία με όρους συστήματος. Σύμφωνα με αυτό το πρίσμα, η κοινωνία συνιστά ένα ανώτερης οργάνωσης δυναμικό σύστημα, μεταβαλλόμενο και δυναμικό, το οποίο αναπτύσσεται αντλώντας ύλη/ενέργεια από τα κατώτερα συστήματα του περιβάλλοντος (βιολογικά, οικολογικά) και αποδίδοντας σ’ αυτό πληροφορία με τη μορφή διαχείρισης και μετασχηματισμού του. Η κοινωνική εξέλιξη χαρακτηρίζεται από τη συνεχή αύξηση του ελέγχου της στη φύση, που σήμερα έχει φθάσει στο σημείο να διαχειρίζεται σφαίρες της πραγματικότητας που ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, την λιθόσφαιρα (ατομική φυσική), τη βιόσφαιρα (μοριακή βιολογία, DNA) και τη στρατόσφαιρα (διαστημική).

Η συνεχής μεταβολή της σχέσης του κοινωνικού συστήματος με το φυσικό περιβάλλον –η λεγόμενη κοινωνική εξέλιξη- εκφράζεται με αντίστοιχη εξέλιξη της τεχνολογίας, μαζί και της ατομικής δραστηριότητας που την χειρίζεται, καθώς και με αναρρύθμιση της δομής του: αύξηση του καταμερισμού και οργάνωση των σχέσεων παραγωγής με ιεραρχημένες κοινωνικές τάξεις. Με το σχηματισμό κοινωνικών τάξεων αυξάνει ο έλεγχος στη φύση αλλά οι δομές εξουσίας εισάγουν τη βία και τις ρήξεις, γιατί η ανισότητα δεν μπορεί να επιβληθεί με κοινωνικό συμβόλαιο και με συναίνεση. Οι αντιφάσεις που αναδύονται στις σχέσεις παραγωγής προκαλούν την αναρρύθμιση της δομής  Έχουν διαλεκτικό χαρακτήρα γιατί προκύπτουν από την ανάπτυξη του συστήματος. Δηλαδή, όσο το σύστημα αναπτύσσεται, τόσο πλησιάζει στα όριά του και οδηγείται σε αναδόμηση.

Βασικό ρόλο στην αντίφαση που προκάλεσε την κρίση της φεουδαρχίας έπαιξε ο ίδιος ο μηχανισμός που εξασφάλιζε τη συντήρηση της μεγάλης γαιοκτησίας, η οποία αποτελούσε το θεμέλιο των σχέσεων παραγωγής. Για τη συντήρησή της  έπρεπε να την κληρονομήσει ο πρωτότοκος ώστε να μη τεμαχιστεί στους υστερότοκους (έτσι ο Παπαρρηγόπουλος εξηγεί τις αρχαίες αποικίες) –αντίστοιχα, οι υστερότοκες κλείνονταν σε μοναστήρι. Το αποτέλεσμα ήταν στραφούν οι έκπτωτοι υστερότοκοι στην αναζήτηση νέας δραστηριότητας, αρχικά στην ιπποσύνη και  αργότερα στο εμπόριο και στις τέχνες. Έτσι, έγιναν φορείς των νέων δυνατοτήτων αύξησης του ελέγχου του περιβάλλοντος και απέκτησαν πρωτεύοντα ρόλο στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Η αντίφαση που προκάλεσε την κρίση της βιομηχανικής κοινωνίας πηγάζει επίσης από την ίδια την ανάπτυξη του μοντέλου και των σχέσεων παραγωγής. Αν θεωρηθεί με όρους του συστήματος, η κοινωνία αυτή έχει στην είσοδο ύλη και ενέργεια από το περιβάλλον (καθώς και εργατική δύναμη) και στην έξοδο έχει αγαθά, απόβλητα και μετασχηματισμό του περιβάλλοντος. Μεγάλο μέρος της εισαγόμενης ύλης δεν αναπαράγεται από τη φύση οπότε αυτή εξαντλείται, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με το γεωργικό μοντέλο όπου τα αντλούμενα φυτά και ζώα αναπαράγονται. Τα ανάλογο συμβαίνει και με την έξοδο. Τα απόβλητα και τα πυρηνικά κατάλοιπα που δεν ανακυκλώνεται από τη φύση παραβιάζουν το περιβάλλον, καθώς και μεγάλο μέρος από τις εγκαταστάσεις. Όσο αυξάνει η βιομηχανική παραγωγή, η είσοδος και  η έξοδος πλησιάζουν στα όριά τους, δηλαδή, τόσο αυξάνουν ο κίνδυνος της εξάντλησης των φυσικών πόρων, αφενός, και ο κίνδυνος της ρύπανσης του περιβάλλοντος, αφετέρου.

Ας εξετάσουμε τις λειτουργίες του συστήματος. Αυτές διακρίνονται σε τρεις κύριες ομάδες. Στις λειτουργίες της παραγωγής, της αναπαραγωγής (παιδεία, τελέσεις, τέχνη) και της αυτορύθμισης (πρόνοια, δίκαιο). Οι πρώτες διέπονται από το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής. Ενώ στο γεωργικό μοντέλο ο κύκλος επένδυσης στην παραγωγή διεξάγεται μια φορά το χρόνο και σε ορισμένη έκταση, κάποτε μάλιστα με ρίσκο –εξαιτίας ανομβρίας κ.ά.- το βιομηχανικό μοντέλο, που στηρίζεται στην τεχνολογία της μηχανής, έχει την ικανότητα να διεξάγει απεριόριστους κύκλους παραγωγής και σε ευρύτερη έκταση. Χάρη στη μηχανή,  ο ρυθμός παραγωγής αυξάνει με την πύκνωση των κύκλων της, καθώς και με τη μαζική παραγωγή. Το κέρδος κάθε κύκλου προστίθεται στην επένδυση του επόμενου, αντί να σπαταλιέται σε άλλες επιδιώξεις, πράγμα που εξηγεί το πνεύμα του πουριτανισμού (κατά τον Weber). Στο γεωργικό μοντέλο το κέρδος αποθηκεύεται, δεν επενδύεται για να φέρει νέο κέρδος, γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα για νέο κύκλο παραγωγής στην ίδια χρονιά ούτε για διεύρυνσή της χωρίς συγκρούσεις αφού η γαιοκτησία είναι δεδομένη. Η συνεχής αύξησης του ρυθμού της βιομηχανικής παραγωγής, που επιφέρει η διαδοχική επένδυση του κέρδους, θεωρείται ως το βασικό γνώρισμα του καπιταλισμού, κριτήριο της επιβίωσής του. Με άλλα λόγια, στο γεωργικό μοντέλο το κεφάλαιο παράγεται από τη γη μέσα από τον ετήσιο κύκλο της αναπαραγωγής της, ενώ στο βιομηχανικό μοντέλο το κεφάλαιο παράγεται από το κεφάλαιο μέσα από τη μαζικοποίηση ή από τους απεριόριστους κύκλους της μηχανής –δηλαδή, το κεφάλαιο παράγει κεφάλαιο. Κύριες συνέπειες αυτής της αύξησης είναι οι εξής:

α) Η εγγενής τάση συσσώρευσης του κεφαλαίου (μονοπώλια, τραστ).

β) Η εγγενής τάση επέκτασης σε άλλες χώρες και σε άλλους κοινωνικούς τομείς (τέχνη, τουρισμός, αθλητισμός, ελεύθερος χρόνος) –εμπορευματοποίηση των πάντων.

γ) Η επικράτηση του χρήματος ως μοναδικής αξίας πάνω σε όλες τις άλλες αξίες (π.χ. το εμπόριο θρησκευτικών εικόνων).

δ) Η επίδραση του χρήματος στην ατομική ψυχολογία. Σύμφωνα με τον ορθολογισμό του κυρίαρχου λόγου, τα αντικείμενα είναι απολύτως ξένα για τον άνθρωπο, χωρίς καμιά συναισθηματική σχέση. Δεν αποτελούν γι’ αυτόν ένα «εσύ», όπως συμβαίνει με τον παραδοσιακό ανιμισμό, αλλά ένα «αυτό» (Frankfort 1959:242).

Η νεωτερικότητα πολέμησε τον ανιμισμό. Η θέση της αυτή δημιούργησε το θεωρητικό πρόβλημα του πώς είναι δυνατόν η νόηση να συλλάβει τον αντικειμενικό κόσμο, αφού αυτός είναι εντελώς ξένος προς αυτήν, πρόβλημα το οποίο ταλαιπώρισε το μεγαλύτερο μέρος της φιλοσοφίας (Passmore 1968). Αντίθετα, η ανθρωπολογία έδειξε ότι τα αντικείμενα είναι επίσης κοινωνικοποιημένα και στη σύγχρονη κοινωνία και ότι ο ψυχισμός, στον οποίο περιλαμβάνεται και η νόηση, συνάπτει στενούς δεσμούς με αυτά, σαν μέρος της προσωπικότητας –από τα κειμήλια μέχρι το αυτοκίνητο ή και το αντίστροφο, μέχρι την αυτοκτονία. Το χρήμα ιδιαίτερα, ως έκφραση του πλούτου, συνδέεται με το κεντρικό ψυχολογικό κίνητρο της ατομικής δραστηριότητας, με τη δύναμη, όπως έδειξε ο G. Simmel. Στο γεωργικό μοντέλο η σύνδεση του χρήματος με τη δύναμη, είτε αυτό μένει κλεισμένο στο σεντούκι είτε προβάλλεται στις πελατειακές σχέσεις, προσδιορίζει το status, μια σταθερή θέση του κατόχου του στην κοινωνική ιεραρχία. Στο βιομηχανικό μοντέλο, όμως, αυτή η σύνδεση προσδιορίζει μια μεταβλητή θέση, τη συνεχή άνοδο του status στην ιεραρχία, την αύξηση της «δύναμης επί». Αποτέλεσμα αυτού είναι, αφενός, να μετατρέπεται σε πάθος το κυνήγι αύξησης του χρήματος διαμέσου της αύξησης του ρυθμού παραγωγής και, αντίστροφα, η κατοχή χρήματος να προκαλεί τον πυρετό της επένδυσής του, για να φέρει νέα κέρδη. Οι συνέπειες του ιδιαίτερα σημαντικού αυτού φαινομένου θα μας απασχολήσουν πιο κάτω.

Η υπέρβαση των ορίων του συστήματος, εκτός από εκείνη της εισόδου και της εξόοδου του, οφείλεται στην ανάπτυξη των αντιφάσεών του. Κυριότερη είναι η αντίφαση που απορρέει από τη σύνδεση των βασικών όρων του βιομηχανικού μοντέλου, α) της αύξησης του ρυθμού παραγωγής και β) της ανταγωνιστικότητας –είναι κοινά γνωστό ότι η βιομηχανική κοινωνία ονομάστηκε κοινωνία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Και οι δύο αυτοί όροι υλοποιούνται με βάση την ανάπτυξη της τεχνολογίας της μηχανής και της οργάνωσης της εργασίας. Η ανάπτυξη της οργάνωσης της εργασίας οδήγησε στο φορντισμό και η ανάπτυξη της τεχνολογίας οδήγησε στον αυτοματισμό. Με την εισαγωγή του αυτοματισμού προκαλούνται απολύσεις  (το 1978 ένα ρομπότ συγκόλλησης αντικαθιστούσε 30 εργάτες στη Citroen), άρα αυξάνει το σταθερό κεφάλαιο (μηχανές κ.ά.) και μειώνεται το μεταβλητό (εργατικό προσωπικό), συνεπώς, αυξάνει η ανεργία (το γνωστό πρόβλημα των ¾). Αυτό που προέκυπτε από την ανεργία, αλλά όχι άμεσα ορατό, ήταν η πτώση της κατανάλωσης. Η πτώση αυτή προκλήθηκε και από έναν άλλο λόγο. Από την ίδια την αύξηση του ρυθμού της βιομηχανικής παραγωγής, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στον κορεσμό της αγοράς, παρά την αντιμετώπισή της από το σύστημα με την καλλιέργεια περιττών αναγκών.

Προϊόν της προηγούμενης είναι η δημιουργία μιας νέας αντίφασης, αυτής που αφορά το μηχανισμό παραγωγής του κέρδους. Ξέρουμε, από τον Μαρξ, ότι το κεφάλαιο αποτελείται από δύο μέρη: το σταθερό, που είναι οι μηχανές και οι εγκαταστάσεις, και το κινητό, που είναι οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας και ότι το κέρδος παράγεται από το κινητό κεφάλαιο ως υπεραξία. Ξέρουμε ακόμα ότι βασικός όρος της βιομηχανικής παραγωγής, συνδεόμενος με την ανταγωνιστικότητα, είναι και η συνεχής βελτίωση του σταθερού κεφαλαίου: αυτοματισμός, ηλεκτρονική τεχνολογία. Αλλά μείωση του εργατικού δυναμικού συνεπάγεται μείωση του κέρδους, αφού από αυτό βγαίνει η υπεραξία. Ταυτόχρονα, η αύξηση της ανεργίας λόγω του αυτοματισμού μειώνει με τη σειρά της το ύψος της κατανάλωσης, προσβάλλοντας την έξοδο του συστήματος. Ταυτόχρονα, προσβάλλει και το ίδιο το κοινωνικό σύστημα δημιουργώντας στρώματα περιθωρίου.

Απόρροια  της  προηγούμενης  αντίφασης είναι  να  εκδηλωθεί  σε  οργανωμένη  μορφή η σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με τη συγκρότηση των συνδικάτων. Οι εργάτες αντιδρούν στην πίεση που υφίστανται για την αύξηση της υπερξίας-κέρδους με δύο τρόπους αλληλένδετους, ρητό και άρρητο. Ο πρώτος, ο ρητός, αφορά τους απεργιακούς αγώνες για διεκδικήσεις, οικονομικές και ασφάλισης κ.ά. Μέσα από κοινωνικούς αγώνες το σύστημα αναγκάστηκε να συστήσει το κοινωνικό κράτος, με αποτέλεσμα τη μείωση του βιομηχανικού κέρδους. Ο δεύτερος τρόπος αντίδρασης, αφορά την άρση της συναίνεσης.

Άλλη μια αντίφαση συνδέεται με την αναρχία της αγοράς. Ξέρουμε ότι οι βιομηχανικές μονάδες είναι ορθολογικές στο εσωτερικό τους και στηρίζονται στην επιστήμη, ενώ εξαιτίας της ανταγωνιστικότητας, στο σύνολό τους γίνονται ανορθολογικές και οδηγούν στο τυχαίο της αγοράς. Με άλλα λόγια, η πίεση για αύξηση του κέρδους δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες της δραστηριότητάς της στις άλλες επιχειρήσεις και, γενικά, στην κοινωνία. Η μείωση της ομοιοστασίας που προκαλείται από αυτό, συνιστά πρωταρχικό γνώρισμα του νεοφιλελευθερισμού και οδηγεί στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Από τη μια πλευρά, η μείωση της ομοιοστασίας ευνοεί την αύξηση του ρυθμού παραγωγής με εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης αλλά, από την άλλη, οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις.

Το αποτέλεσμα των αντιφάσεων αυτών που πηγάζουν από την αύξηση του ρυθμού παραγωγής, που είναι ο μοχλός του βιομηχανικού μοντέλου, φέρνουν το μοντέλο αυτό σε κρίση. Περιορίζουν ή/και ανατρέπουν τη βασική αρχή «το κέρδος φέρνει νέο κέρδος μέσα από την αύξηση της παραγωγής», γιατί περιορίζουν την ζήτηση, οπως εξηγήσαμε. Το φαινόμενο αυτό έγινε αισθητό το 1971 με τη διαπίστωση ότι όσο αυξάνει ο τζίρος τόσο πέφτει το κέρδος, δηλαδή πέφτει η ζήτηση. Το παράδοξο αυτό για την κλασική οικονομία έγινε μόνιμη κατάσταση και ονομάστηκε αρχή της μεγιστοποίησης. Δημιούργησε, όμως, ανησυχίες και προκάλεσε την ανάγκη έρευνας, Διεξήχθηκαν από ομάδες ειδικών 10 συστημικές μελέτες, στα 1972-92, εισάγοντας και άλλα στοιχεία, πέρα από τα οικονομικά, και από πολλές χώρες. Η πρώτη (Meadows 1972), που έγινε στο ΜΙΤ από ομάδα 19 ειδικών, κατάληξε στο συμπέρασμα ότι το βιομηχανικό μοντέλο προσεγγίζει τα όρια της ύπαρξής του από τέσερεις παραγόντες: εξάντληση των φυσικών πόρων, μόλυνση του περβάλλοντος, αύξηση του ετήσιου ρυθμού βιομηχανικής ανάπτυξης και διόγκωση του δημογραφικού. Αποφαίνινται ότι «το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα…έχει υπερακοντίσει τα όριά του και οδεύει προς την κατάρρευση» (Meadows et al. 1999:192).

Αιφνιδιασμένοι από τα εξαγόμενα αυτά οι μελετητές τα γνωστοποιούν στους ηγέτες των G7, προειδοποιώντας για αναμενόμενη πρόκληση κοινωνικών αναταραχών και συνιστούν να ληφθούν ορισμένα μέτρα, με πρώτο τον περιορισμό της ψαλίδας ανάμεσα στις πλούσιες και στις φτωχές χώρες, κυρίως τις αφρικανικές. Φυσικά, εκείνοι τα αγνόησαν, αλλά το 1973, όταν εκδηλώθηκε η πετρελαϊκή κρίση, ο Κίσιγκερ ανέσυρε τη συστημική μελέτη και ανέθεσε σε μεγαλύτερη επιστημονική ομάδα, υπό τους Pestel & Messarovic, να την ελέγξει. Η νέα μελέτη επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της προηγούμενης, προσθέτωντας και πέμπτο παράγοντα κινδύνου, οπότε, με πρωτοβουλία του Κίσιγκερ η ηγεσία της Δύσης επιδίωξε να λάβει ορισμένα μέτρα. Αντιμετώπισαν το δημογραφικό με τον οικογενειακό έλεγχο στις τριτοκοσμικές χώρες, μέσω του ΟΗΕ, αλλά απέτυχαν και, αντί να μειώνεται ο πληθυσμός τους, συνέχισε να αυξάνει περισσότερο. Σύμφωνα με την ανθρωπολογία (Ρolgar κ.ά.), αυτό οφείλεται στο ότι οι πληθυσμοί που υφίσταντο την ήδη αυξανόμενη οικονομική πίεση αντιδρούσαν με αύξηση της τεκνοποίησης, δηλαδή του κοινωνικού κεφαλαίου, για εξασφάλιση της επιβίωσης.

Σχετικά με την εξάντληση των φυσικών πόρων και τη ρύπανση του περιβάλλοντος αδυνατούν ακόμα να συμφωνήσουν σε λύση, παρά τη συνεχή επιδείνωση της οικολογικής ισορροπίας και τις επικλήσεις των γεωφυσικών και των οικολόγων, οι οποίοι στη Διεθνή Διάσκεψη του 2000 πρόβλεψαν επίσης έναρξη της οικολογικής κρίσης στα 2010. Στην έκθεση της UNEP (υπηρεσίας του ΟΗΕ) από το 2000 έως το 2012 οι εκπομπές ρύπων έχουν ευξηθεί κατά 20% («Αυγή» 22/11/12, σελ. 23), Για τη μείωση, όμως, του ρυθμού της βιομηχανικής ανάπτυξης, που είναι η βασική πηγή του προβλήματος, αδιαφόρησαν εντελώς, δεδομένου ότι τη θεωρούν ως το λόγο ύπαρξης του συστήματος. Περιορίστηκαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της ψαλίδας εγκαινιάζοντας τις κατά εξάμηνο περιοδικές Συνόδους πλουσίων και φτωχών χωρών. Στα 1978, στην τελευταία Σύνοδο, που έγινε στο Ναϊρόμπι, οι G7 δίνουν τέλος στις συναντήσεις αυτές, λόγω ανησυχιών για την χρεωκοπία της Αγγλίας, και ξαναρχίζει η λεηλασία της Αφρικής. Το 1980 υιοθετείται το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού που πρότεινε ο Φρίντμαν, καθηγητής στο Σικάγο και σε επόμενη φάση ακολουθεί η λεηλασία και της Λατινικής Αμερικής.  Η διάλυση της ΕΣΣΔ, το 1989, τους έδωσε νέεες ελπίδες επιβίωσης.

Όμως, μετά την είσοδο στο νεοφιλελευθερισμό η πτώση επιταχύνθηκε και οι νεότερες μελέτες προσδιόρισαν την έναρξη της κρίσης στα 2010, την ίδια χρονολογία που πρόβλεψαν και οι γεωφυσικοί στο παγκόσμιο συνέδριο του 2000. Η κρίση άρχισε στα 2008, σύμφωνα με ανακοίνωση των G7 στη διάσκεψη του Κιότο. Πώς οδηγηθήκαμε σ’ αυτήν;

Ο νεοφιλελευθερισμός απέκτησε ορισμένα προνόμια. Τη δυνατότητα να διευρύνουν  τις δραστηριότητές τους οι τράπεζες στα χρηματιστήρια και σε άλλους τομείς (Ρήγκαν). Τη νομική ελευθερία να ξεπερνά το κεφάλαιο τα εθνικά όρια και να επενδύεται σε χώρες με χαμηλούς μισθούς, τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, με την οποία ικανοποιούσε την τάση της επέκτασης του κεφαλαίου και διατηρούσε την υπεραξία σε υψηλό ποσοστό. Για τον ίδιο σκοπό δοκιμάστηκαν και άλλες λύσεις. Η έκπτωση της οργάνωσης της εργασίας, δηλαδή του φορντισμού, και αντικατάστασή του με το φασόν, τη διασπορά των μονάδων παραγωγής κ.ά. για την αύξηση της υπεραξίας. Η εξαγορά των επιχειρήσεων ή και η συγχώνευσή τους σε μονοπώλια, με την οποία ικανοποιούσε την τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Η επίθεση στο σύστημα υγείας (Πινοσέτ, Θάτσερ) και στις συλλογικές συμμβάσεις. Εκτός αυτών, ο νεοφιλελευθερισμός χρησιμοποίησε και πολλούς τρόπους έξαρσης της ατομοκρατίας (Θάτσερ) και διάλυσης του κοινωνικού ιστού για να αντιδράσει σε μιαν άλλη σημαντική αντιφασή του κατά την οποία, για να εξυπηρετήσει την αύξηση της μαζικής παραγωγής αναγκαζόταν να προβαίνει σε μεγάλες συγκεντρώσεις εργατών προάγοντας έτσι το αίσθημα της ταξικής συνείδησης και της αντίστασής τους.

Όμως παρά τα παροδικά κέρδη και την αύξηση της επέκτασης και της συσσώρευσης, η κρίση επιδεινώθηκε γιατί δημιουργούνταν νέα προβλήματα. Για παράδειγμα, από τις συγχωνεύσεις προέκυπτε αύξηση των εγκαταστάσεων, άρα και του κόστους. Το κύριο, όμως, πρόβλημα ήταν η συνεχιζόμενη μείωση της κατανάλωσης εξαιτίας της μείωσης των μισθών και της ανεργείας, αφενός, και της υπερπαραγωγής αφετέρου. Αυτοί οι δύο παράγοντες, ο κορεσμός της κατανάλωσης και η υπερπαραγωγή έκαναν προβληματική, κάποτε και επιζήμια, την επένδυση των κεφαλαίων στη βιομηχανία.

Άμεσο αποτέλεσμα από τον περιορισμό των επενδύσεων ήταν η πτώση της αύξησης του ρυθμού παραγωγής (ανεκτό θεωρείτο το 2%), που ήταν όρος ύπαρξής του συστήματος. Σε μικρό χρονικό διάστημα ο ετήσιος ρυθμός παραγωγής άρχισε να παίρνει αρνητικό πρόσημο, με κατάληξη να βρισκόμαστε σήμερα στο στάδιο της αποβιομηχανοποίησης και στο να μιλούν οι G7 για το χαμένο όνειρο της ανάπτυξης. Μια εικόνα της πτώσης του ρυθμού παραγωγής δίνεται στον παρακάτω πίνακα στον οποίο η βιομηχανική παραγωγή εκφράζεται σε ποσοστό του ΑΕΠ (πηγή: World Bank).

                                                1982                          2010                           Διαφορά

Αργεντινή                          41                                26                                -15

Αυστρία                               35                                29                                  -6

Βέλγιο                                  33                                22                                -11

Βουλγαρία                          58                                31                                -17

Κίνα                                     45                                47                                  +2

Δανία                                   26                                22                                   -4

Φινλανδία                           37                                29                                   -8

Γαλλία                                 30                                19                                -11

Γερμανία                             40                                28                                -12

Ουγγαρία                             47                                31                                -16

Ινδία                                     25                                26                                   +1

Ιρλανδία                              35                                32                                    -3

Κορέα                                  37                                39                                   +2

Ολλανδία                             32                                24                                    -8

Πολωνία                              40 (1992)                   32                                    -8

Πορτγαλία                          30                                23                                    -7

Ρουμανία                             55                                25                                  -30

Ρωσία                                  43 (1992)                   37                                     -4

Ισπανία                                35                                26                                     -9

Ιταλία                                  36                                25                                   -11

Τουρκία                               28                                27                                     -1

Ιαπωνία                               38                                27                                   -11

Βρετανία                             40                                22                                  -18

ΗΠΑ                                     33                                20                                  -13

Ελλάδα                                 25                                12                                  -13

Η αποβιομηχανοποίηση είναι το μεγάλο και παγκόσμιο φαινόμενο-εφιάλτης σήμερα. Στην Αγγλία έπεσε κατά 10% στο διάστημα 2008-12. Μετά το 2010 άρχισε και στην Κίνα η αποβιομηχανοποίηση.       Αντίθετα, η Ισλανδία που απαγκιστρώθυκε από το ΔΝΤ έχει σημερα ρυθμό αύξησης της παραγωγής +4,5. Οι ακμαίες οικονομικά Γερμανία και Αυστρία έχουν αντίστοιχα +0,7% και +0.5%, αντί του +2.0%. Η Ελλάδα έχει -7.5%.

Τα κεφάλαια περιόρισαν τις επενδύσεις τους στη βιομηχανική παραγωγή, η οποία γινόταν ασύμφορη, και άρχισαν να συσσωρεύονται ανενεργά, σχηματίζοντας τα λεγόμενα «λιμνάζοντα κεφάλαια». Στα 2000 τα λιμνάζοντα ήταν 20πλάσια των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στη βιομηχανική παραγωγή –σήμερα είναι πολύ περισσότερο αυξημένα. Η δυναμική του χρήματος να φέρνει νέο χρήμα και ο πυρετός για επένδυση που τη συνοδεύει, όπως αναφέρθηκε, άσκησαν ισχυρή πίεση για επενδύσεις σε άλλους μη παραγωγικούς σκοπούς. Δεδομένου ότι η καταλήστευση των άλλων ηπείρων, σε συνδυασμό με την άγραφη αρχή της αποικιοκρατίας να απαγορεύεται η βιομηχανοποίηση στις εξαρτημένες χώρες, άρχισε να περιορίζεται, αλλού εξαιτίας της εξάντλησης αυτών των χωρών και αλλού εξαιτίας της αντίστασής τους (Λατινική Αμερική), οι πλέον πρόσφορες διέξοδοι που διαμορφώθηκαν για την κίνηση του κεφαλαίου ήταν δύο, ξέχωρες ή σε συνδυασμό. Η μια προς την κατάλυψη του δημόσιου τομέα και η άλλη προς στους δανεισμούς-τοκογλυφία και στη σπέκουλα. Στα 2000 ο καπιταλισμός μετωνομάστηκε σε καπιταλισμό της σπέκουλας και οι διακινήσεις του κεφαλαίου μετωνομάστηκαν σε «Αγορές». Λέγεται ότι στις αγορές έχουν συγκεντρωθεί 840 τριεκατομμύρια δολάρια.

Η πρώτη διέξοδος που ξεκίνησε, διαμέσου του ΔΝΤ, με τα προγράμματα ανάπτυξης και τον ονομαζόμενο εκσυγχρονισμό των χωρών του Τρίτου Κόσμου, σε συνδυασμό με το βίαιο δανεισμό των χωρών αυτών, μετά την εξάντλησή τους που αναφέρθηκε στράφηκε στις αναπτυγμένες χώρες (κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων στην Αγγλία). Η διαδικασία αυτή επιδείνωσε περισσότερο το πρόβλημα, γιατί η λεηλασία του δημοσίου προκάλεσε πτώση της αγοράς αγαθών, και επιδείνωσε την αποβιομηχανοποίηση. Η άλλη διέξοδος, που άρχισε να εφαρμόζεται από την Αργεντινή και σε μας από την εποχή του Σημίτη, η πολιτική της λιτότητας, ακολουθούσε την παλιά συνταγή, τη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου, αυτή ακριβώς που όπως είδαμε αποτελούσε έναν από τους βασικότερους παράγοντες της κρίσης. Η παράλογη εμμονή στη λιτότητα οφείλεται σε πολλούς λόγους: αντίθεση στην πολιτική του Kaynes ή στροφή στην αισχροκέρδεια.

Λόγω της αποβιομηχανοποίησης, το σύστημα πέρασε σε εσωστρέφεια που εκδηλώθηκε με ένταση των χρηματοπιστωτικών πράξεων (ομόλογα, χρηματιστήρια κ.ά.) και με συνεχή αύξηση της ανεργίας, η οποία ξεπέρασε το όριο του 8% που εθεωρείτο ανεκτό –στην Ευροζώνη έφτασε 11%, με μέγιστο 26%. Η διέξοδος με το δανεισμό=τοκογλυφία αποτέλεσε και το κρίσιμο σημείο έκρηξης της οικονομικής κρίσης. Τα λιμνάζοντα κεφάλαια, διαμέσου των τραπεζών, στράφηκαν από τη βιομηχανία στο δανεισμό υποθηκεύοντας το μέλλον των πολιτών: δάνεια για σπουδές, για γάμους, για σπίτια. Δεν υπολόγισαν όμως την αυξανόμενη ανεργία. Οι χρεωμένοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τα δάνεια για τα σπίτια, με αποτέλεσμα τον κλονισμό των τραπεζών και την κατάρρευση της Lehman Brs. Τα κράτη εκάλυψαν τις τράπεζες χρεώνοντας επικίνδυνα το δημόσιο τομέα. Έτσι, άρχισε ο φαύλος κύκλος μεταφοράς και προσαύξησης των χρεών με πρωαγωνιστές τις Αγορές που κερδοσκοπούσαν τυφλά στην κατάρρευση.

Έτσι, τη λεηλασία του Τρίτου Κόσμου διαδέχτηκε η λεηλασία του δημόσιου τομέα στις ίδιες τις χώρες της Δύσης στις οποίες δημόσιος τομέας ήταν πλούσιος: ανακατασκευή των συνοικιών, ιδιωτικοποίηση της υγείας, της πρόνοιας, της παιδείας. Οι διαδικασίες αυτές, που ονομάστηκαν εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός –άλλη μία κατηγορία του κυρίαρχου λόγου που τη δεχτήκαμε άκριτα σαν επαγγελία-, συνοδεύτηκαν με πρόγραμμα λιτότητας, που στην ουσία συνίσταται στη μείωση των μισθών, άρα στην κατάργηση της ομοιοστασίας και την εξόντωση των αδυνάτων στρωμάτων, στη βίο-εξουσία. Επειδή η πρωτοβουλία των αποφάσεων είχε περάσει στα χέρια των Αγορών, που υπερκέρασαν το θεσμοθετημένο κράτος, οπότε και οι πολιτικοί (πρόεδροι, πρωθυπουργοί και υπουργοί) είχαν αντικατασταθεί από οικονομολόγους και υπαλλήλους του ΔΝΤ, οι αποφάσεις ήταν στενά οικονομίστικες. Ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει τεράστιο πλέγμα σχέσεων και δομών που η αδράνειά τους δεν επιτρέπει καμιά υπαναχώρηση ή συζήτηση στις επικρίσεις νομπελιστών, όπως ο Γκαλμπράιθ. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, κάθε προσπάθεια διορθωτικών κινήσεων και αναστολής της αποδόμησής του είναι, πλέον, αδύνατη.

Έκπτωση του βιομηχανικού μοντέλου, αποβιομηχανοποίηση και ενδοφαγία, σημαίνουν ότι μειώνεται σε όλο τον πλανήτη η ικανότητα της ανθρωπότητας να επιβιώσει. Μειώνεται η παραγωγή αγαθών και τα κεφάλαια στρέφονται στη σπέκουλα ή αποθηκεύονται σε ομόλογα σε γη και σε ορυκτό πλούτο χωρίς προοπτική βιώσιμης χρήσης. Λεηλατείται ο δημόσιος πλούτος, διαλύεται η μεσαία τάξη και φτωχοποιούνται οι κατώτερες. Η κρίση της οικονομικής λειτουργίας, της χαρακτηριστικής λειτουργίας του βιομηχανικού πολιτισμού, αποτελεί την άμεσα ορατή ένδειξη αποδόμησης του όλου συστήματος. Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού, γιατί κάθε τέτοια αλλαγή συνιστά κρίση. Εκείνα που είναι άμεσα ορατά είναι τα φαινόμενα παρακμής. Η κρίση διαταράζει την κοινωνική δομή (ανακατατάξεις και συγκρούσεις στα κοινωνικά στρώματα), συνεπώς εκπίπτουν και όλες οι πολιτισμικές λειτουργίες, όλη η κουλτούρα: εγκληματικότητα, διαφθορά, βία, παιδεραστία, τράφικ γυναικών, αυτοκτονίες (πάνω από 3.200 επίσημα καταγραμμένες στοδιάστημα 2009-12), κοινωνική παθογένεια (ναρκωτικά κ.ά.), ένταση των διακρίσεων, ρατσισμός και ανάλογα φαινόμενα στο πνευματικό επίπεδο. Βασικά κριτήριά της πολιτισμικής κρίσης στο ψυχολογικό και ιδεολογικό επίπεδο είναι: η σύγχυση και η αμφισημία –που την εκφράζει π.χ. ο μεταμοντερνισμός-, ο αμοραλισμός, η απουσία κοινωνικών αξιών και μελλοντικής προοπτικής, η διάλυση του κοινωνικού ιστού (communitas) και η κατάθλιψη.

Συμπέρασμα: εφόσον το καθεστώς εξαίρεσης αποτελεί συστατικό της νεωτερικότητας και η γενίκευσή του οφείλεται στην αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου που τη θεμελιώνει, είναι αδιανόητη η διάσωση με επιστροφή στη νεωτερικότητα διαμέσου μεταρρυθμίσεων. Αντιμετωπίζουμε μεταδόμηση πολιτισμού, συνεπώς, μοναδική ιστορική έξοδος είναι η ανατροπή.  Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο, έχουν αναπτυχθεί οι τεχνικές προϋποθέσεις γι’ αυτήν –υπολογιστές, θεωρία του προγραμματισμού κ.ά. Απομένει να αναπτυχθούν και οι κοινωνικές: αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Ανεξάρτητα και παράλληλα με τις προτάσεις που συζητούνται από τους Ζαπατίστας και άλλους (άμεση δημοκρατία, κυκλική διαχείριση, συνεταιριστική επιχείρηση), εμφανίζεται μια τάση διάλυσης των συγκεντρωτικών δομών σε αυτόνομες-ομοσπονδιακές.

 

 

Βιβλιογραφία

Αθανασίου, Α., 2012, Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (2012). Αθήνα, Σαβάλλας.

Agamben, G., 2007, Κατάσταση εξαίρεσης. Αθήνα, Πατάκης.

Αγγελίδης, Μ. 2012, «Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη» στο Η Δημοκρατία της  Βαϊμάρης και οι σημερινές «αναβιώσεις» της. Αθήνα, Ινστ. Ν. Πουλαντζάς.

Banton, M., 1997, Discrimination. Buckingham-Philadelphia, Open University Press.

Brie, M., 2009, “Emancipation and the Left”, στο Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist  Register. Αθήνα, Savalas.

Childe, V. G., 1957, Man Makes Himself. Mentor, New York.

Erikson, E., 1975, Η Παιδική ηλικία και η Κοινωνία. Αθήνα, Καστανιώτης.

Frankfort, H., 1959, Before Philosophy. Harmondsworth, Pelican.

Diderot, D., 1966, “Supplément au voyage de Bougainville” στο Boygainville, Voyage  autour  du monde. Paris, U.G.E.

Gilmore, R. W., 2009, “Races, Prisons and War” στο  στο Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist Register. Αθήνα, Savalas.

Guha, R., 1997, “Dominaance Without Hegemony And IrsHistoriography”, στο Guha, R.  (ed) Subaltern Studies III, Oxford Univ. Pr.

Meadows, D. et al., 1972, Τhe Limits of Growth.  New York, Signet.

Meadows, D. et al., 1999, Πέρα από τα όρια. Καλαμάτα, Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας.

Montaigne, M., 1964, Essais (I). Paris, U.G.E.

Passmore, J., 1968, A Hundred Years of Philosophy. Harmondsworth, Pelican.

Τερζάκης, Φ., 2005,  Καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Αθήνα,  Futura.

Tocqueville, A. de, 1963, De la Démocratie en Amérique. Paris, U.G.E.

Χατζηιωσήφ, Χ., 2012, “Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η απειλή των “¨άκρων¨. Το  ατελέσφορο  των  ιστορικών  αναλογιών”   στο Η Δημοκρατία  της  Βαϊμάρης  και  οι  σημερινές «αναβιώσεις» της. Αθήνα, Ινστ. Ν. Πουλαντζάς.

Wacquant, L., 2001, Οι φυλακές της μιζέριας. Aθήνα, Πατάκης.

Σωτήρης Δημητρίου   30/11/12

 

http://wp.me/pQ0u2-OT

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Θεωρία, Ιστορία, Οικονομία, Χρέος, Χρήμα

One response to “Γιατί η παρούσα κρίση είναι μη αναστρέψιμη-Κατάσταση εξαίρεσης και αποδόμηση του συστήματος (Μέρος Β’) του Σωτήρη Δημητρίου

  1. Περί τα τέλη του 18ου αιώνα, η ανάδυση της οικονομικής επιστήμης είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του μερκαντιλισμού από τη σχολή των κλασικών φιλελεύθερων οικονομικών και την έμφαση στα πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου . Η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης έλαβε πλέον την πλήρη της μορφή και συνδέθηκε ρητά με τη μεγέθυνση του ρυθμού παραγωγής αγαθών, καθώς επρόκειτο για μία μετρήσιμη ποσότητα η οποία επέτρεπε την αφηρημένη μαθηματική μοντελοποίηση της ανάπτυξης. Ωστόσο ήταν ήδη αντιληπτό πως η ανάπτυξη είχε έναν ευρύτερο, ποιοτικό χαρακτήρα καθώς συνοδευόταν από δομικές μεταβολές και διαδικασίες αναδιοργάνωσης στην κοινωνία, με στόχο τον προσανατολισμό της τελευταίας στην αυξανόμενη κάλυψη των ατομικών και συλλογικών αναγκών σε αγαθά και υπηρεσίες. Δεν περιοριζόταν σε μια ποσοτική μεγέθυνση του συσσωρευμένου πλούτου, αλλά μεταφραζόταν σε συνεχή και καθολική αύξηση των ρυθμών παραγωγής και κατανάλωσης αγαθών, καθώς και σε μεταστροφή των κοινωνικών δομών και τεχνικών υποδομών προς αυτή την κατεύθυνση, με γνώμονα την «ευημερία».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s