Η έξαρση της ανδρικής βίας στις συνθήκες κρίσης του συστήματος (του Σωτήρη Δημητρίου)

Η ΕΞΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑNΔΡΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤOΥ ΣΥΣΤΉΜΑΤΟΣ

Το βασικό ερώτημα που προσεγγίζουμε είναι το εξής: Υπάρχει εγγενής σχέση της διάκρισης των φύλων με τη βία και, εάν υπάρχει, πώς εξηγείται και πώς μπορεί να αναιρεθεί; Ας δούμε σε γενικές γραμμές την κοινωνική διάσταση του ζητήματος. Έχει διαπιστωθεί ότι η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης, που συνδέεται με το νεοφιλελευθερισμό, συνοδεύεται με την όξυνση των κοινωνικών διακρίσεων και ένταση της ανισότητας. Οι κοινωνικές διακρίσεις δεν είναι ιδιότητες αλλά σχέσεις. Είναι οι σχέσεις των ολίγων, των ξεχωριστών που απολαμβάνουν κοινωνικά προνόμια, προς τους άλλους, τους πολλούς που βρίσκονται σε μειονεκτική κοινωνική θέση. Συνεπώς, είναι σχέσεις εκμετάλλευσης, σχέσεις «δύναμης επί» και εξουσίας. Οι προνομιούχοι κατέχουν θέσεις κυριαρχίας, ενώ οι άλλοι υποβιβάζονται σε θέσεις υποτέλειας. Οι σχέσεις κυριαρχίας χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες της ανισότητας (ή ασύμμετρες κοινωνίες) οι οποίες σήμερα επικρατούν στον πλανήτη. Εκφράστηκαν με διάφορες μορφές διάκρισης, ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες: με διάκριση του χρώματος (ρατσισμός), της ηλικίας (γεροντοκρατία), της καταγωγής και του αίματος (αριστοκρατία), των φύλων (πατριαρχία), της γλώσσας (αργκό), της γνώσης (μυστικές εταιρείες), του πλούτου, της φήμης κ.ά. Η διάκριση των φύλων υπακούει στον ίδιο γενικό κανόνα όπως και όλες οι άλλες διακρίσεις. Στον κανόνα να θεωρείται φυσική σταθερά για όλες τις κοινωνίες και να συνδέεται άμεσα με τη βία. Εντούτοις, δεν παρατηρείται στις εξισωτικές κοινωνίες (Leacock 1978:248). Τις κοινωνίες αυτές, που τείνουν σήμερα να εκλείψουν, τις χαρακτηρίζουν οι σχέσεις ισοτιμίας όπως έχει αναγνωριστεί από πέντε διεθνή συνέδρια που έγιναν μέχρι το 1990 (Ingold et al 1995:1). Tόσο οι εξισωτικές κοινωνίες όσο και οι σχετικές έρευνες έδειξαν ότι δεν υπάρχει διαφορά στις πνευματικές και στις άλλες ικανότητες ανάμεσα στα δύο φύλα. Αντίθετα, βεβαιώθηκε ότι μέχρι την ηλικία των 20 ετών τα κορίτσια προηγούνται σε ωριμότητα από τα αγόρια και ότι κατόπιν τη χάνουν εξαιτίας της κοινωνικής υποβάθμισής τους. Οι προσπάθειες των ρατσιστών να στηρίξουν την πνευματική κατωτερότητα της γυναίκας στη μικρότερη χωρητικότητα του κρανίου της αποδείχθηκε πλάνη. Ο μέσος λόγος της χωρητικότητας του κρανίου προς το βάρος του σώματος είναι και για τα δύο φύλα ο ίδιος. Συνεπώς, η υποβάθμισή της οφείλεται αποκλειστικά σε κοινωνικούς όρους. Tο γεγονός ότι τα φύλα αποτελούν κυρίως κοινωνική κατασκευή, που διέπεται από τις σχέσεις δύναμης και εξουσίας, παρά από φυσική σταθερά, επιβεβαιώνεται επιπλέον από την ομοφυλοφιλία, που εκφράζει ένσταση στη διάκρισή τους, από το τρίτο φύλο, από τους μπερτάτς των Ινδιάνων (εξαγιασμένα άτομα που είναι εκτός φύλου), από την αρρενολοχία όπου ο άνδρας ξαπλώνει παριστάνοντας τον άρρωστο ενώ η έγκυος σύζυγος δουλεύει (Riviére 1974:429), καθώς και άλλα. Εφόσον η κοινωνική διάκριση εκφράζει σχέση εξουσίας και πίεσης του ενός μέρους προς το άλλο, είναι επόμενο, όπως συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης του αντικειμενικού κόσμου, το πιεζόμενο μέρος να απαντά με αντίδραση. Όπως έδειξαν οι μελέτες του E. Goffman (1984, 1990), τα άτομα που υπόκεινται σε πίεση υποτέλειας, ή έστω υποβάθμισης, είτε εξεγείρονται στο προσκήνιο είτε αντιδρούν στο παρασκήνιο. Ακόμα και όταν δείχνουν συναίνεση, το κάνουν με τον υπολογισμό να πετύχουν παρασκηνιακά κάποιο κέρδος. Και στις δύο περιπτώσεις, το κυρίαρχο μέρος καταφεύγει στη βία τόσο για να κάμψει την εξέγερση του υποτελούς, όσο και για να προλάβει την εκδήλωσή της και να τον διατηρήσει στη θέση μιας έστω υποκριτικής συναίνεσης. Όπως έδειξε ο P. Bourdieu (1996:21), η ανδροκρατία σωματοποιείται μέσω της κοινωνικής αναπαραγωγής. Επιπλέον, σε πολλές απλές κοινωνίες σωματοποιείται και η ίδια η βία διαμέσου των διαβατηρίων τελετουργιών, κατά τις οποίες τα αγόρια μετατρέπονται σε άνδρες υφιστάμενα δοκιμασίες και βία, για να τη μεταφέρουν στη γυναίκα. Είναι το ίδιο σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα για την παραγωγή βασανιστών. Υπάρχουν, εντούτοις, ορισμένα σημεία που αφορούν τις διαφορές της διάκρισης των φύλων από τις άλλες διακρίσεις και της δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Πρώτο, ενώ οι άλλες διακρίσεις μπορεί να εκδηλώνονται σε ορισμένες κοινωνίες ή να αντιστρέφονται –για παράδειγμα, η γεροντοκρατία των αρχαϊκών κοινωνιών μετατράπηκε σε υποτίμηση ή και σε ρατσισμό των υπερηλίκων- η διάκριση των φύλων εμφανίζεται σε όλες τις κοινωνίες της ανισότητας. Η υπόθεση του J. Bachofen, το 1861, για την ύπαρξη αρχέγονης περίοδου «μητριαρχίας» αποδείχτηκε μύθος από την ανθρωπολογία και ο όρος «μητριαρχία» αντικαταστάθηκε με τον όρο «κοινωνία του μητρογραμμικού γένους». Δεύτερο, η διάκριση των φύλων εκφράζει, όπως είχε σωστά παρατηρήσει ο F. Engels (1886), την πρώτη σχέση ανισότητας που διαμορφώθηκε στην ιστορία της κοινωνίας. Άρα, συμπεραίνει, είναι βαθιά ριζωμένη και, γι’ αυτό, θα είναι και η τελευταία που θα εκλείψει. Αυτό της δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα. Τρίτο, η διάκριση των φύλων διέπεται από αμφισημία, που τη διαφορίζει από τις άλλες διακρίσεις. Ο άνδρας βρίσκεται σε θέση κυριαρχίας προς όλες τις γυναίκες αλλά, από την άλλη πλευρά, διατηρεί στενούς συναισθηματικούς, βιωματικούς ή και οικονομικούς δεσμούς προς ορισμένες: τη μητέρα, την αδελφή, τη σύζυγο και άλλες. Επιδιώκει να παντρευτεί, ενώ ταυτόχρονα ονομάζει το γάμο «κρέμασμα». Τη γυναίκα, για την οποία έχει τη μεγαλύτερη αφοσοίωση, την θεωρεί δισυπόστατη, Παναγία και, ταυτόχρονα, Μαρία Μαγδαληνή ή Εύα, μητέρα των παιδιών και ταυτόχρονα ερωμένη ή πόρνη. Συνήθως, σε κάθε ζευγάρι συγκρούονται ο έρωτας με τη διάκριση των φύλων. Άλλος λόγος της αμφισημίας είναι η ένταξή της, στην ταξική δομή της κοινωνίας –η πλούσια γυναίκα ασκεί εξουσία στο υπηρετικό προσωπικό ακόμα και αν είναι ανδρικό. Εξαιτίας της αμφισημίας αυτής, η κοινή γνώμη δικαιώνει τον άνδρα ο οποίος, κάτω από το τυφλό πάθος του έρωτά του δολοφονεί την άπιστη φίλη ή σύζυγο, παραβλέποντας ότι αυτό που ο δολοφόνος θεωρεί πάθος του έρωτα είναι στο βάθος το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στη γυναίκα, γιατί τη θεωρεί κτήμα του –ήταν το θέμα της δημοφιλούς όπερας «Κάρμεν» του Μπιζέ. Εξαιτίας της ίδιας επίσης αμφισημίας, η ανισότητα των φύλων είναι αδιαφανής, ώστε το σύνολο των ανδρών αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των γυναικών δεν αναγνωρίζει ότι βρίσκονται σε σχέση κυρίαρχου/ υποτελούς. Ένδειξη της αμφισημίας είναι ότι η γυναίκα είναι εκείνη που ανατρέφει το αγόρι στο πρότυπο του ανδρισμού. Τα δύο πρώτα σημεία, η καθολικότητα και η αρχαιότητα της ανισότητας των φύλων ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η κοινωνική οργάνωση. Όταν, πριν 9 εκατομ. χρόνια περιορίστηκαν ραγδαία τα δάση και οι προϊστορικοί πρόγονοί μας εγκλωβίστηκαν στις συνθήκες της σαβάνας, αναγκάστηκαν διαμέσου της φυσικής επιλογής να αναπτύξουν περισσότερο την επίκτητη μάθηση, αντί του γενετικού κώδικα και των ενστίκτων, και με βάση αυτήν να μετατρέψουν τη σχέση τους με τη φύση, από παρασιτική, σε σχέση εργασίας και επέμβασης σ’ αυτήν. Για την αντιμετώπιση των συνθηκών της σαβάνας, η σχέση αυτή συνεπαγόταν τον οικονομικό καταμερισμό, βασική μορφή της κοινωνικής οργάνωσης, μαζί με τη συγκρότηση της οκογένειας. Ο οικονομικός καταμερισμός, που χρειάστηκε μεγάλο χρονικό διάστημα για να συγκροτηθεί, προσαρμόστηκε πάνω στο βιολογικό. Οι άνδρες ασχολούνται με το κυνήγι της αγέλης ζώων, επιχείρηση πολυήμερη και σε μεγαλη απόσταση, ενώ οι γυναίκες ασχολούνται με τη συλλογή καρπών και φυτών Στις εύκρατες ζώνες, όπου το κυνήγι έπαιζε τον κύριο λόγο στην επιβίωση, οι άνδρες απέκτησαν ρυθμιστικό ρόλο στις ανταλλαγές με τις άλλες ομάδες, καθώς και στη διανομή του μέσα στην ομάδα. Αυτό τους έδωσε κυρίαρχη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό, που την εδραίωσαν με τις διαβατήριες τελετουργίες υποβαθμίζοντας τις γυναίκες και τα παιδιά. Στις τροπικές ζώνες, όπου τον κύριο λόγο στην επιβίωση τον έπαιζε η συλλογή καρπών και μικρών ζώων, διατηρήθηκαν η εξισωτική δομή της κοινωνίας, οι ισότιμες σχέσεις των δύο φύλων και η προβολή του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας στην επικράτηση του μητρογραμμικού γένους. Επειδή όμως οι κοινωνίες στις οποίες το ανδρικό φύλο απέκτησε κυρίαρχο ρόλο πέτυχαν ταχύτερη ανάπτυξη πλεονάσματος, χάρη στην εκμετάλλευση της γυναίκας, κατέληξαν να επικρατήσουν εκτοπίζοντας τις εξισωτικές. Πρώτοι δούλοι στις απλές γεωργικές κοινωνίες υπήρξαν οι γυναίκες, για να δουλέψουν στους αγρούς. Σ’ αυτές, οι επιδρομές (razia) και το κυνήγι κεφαλών στόχευε βασικά στην εξόντωση των ανδρών μιας κοινότητας και την αρπαγή των γυναικών τους για δουλεία, όπως έδειξαν οι έρευνες. Με τη σειρά της, η επέκταση της Δύσης έδωσε τη χαριστική βολή σε όσες απλές κοινωνίες διατηρούσαν την ισοτιμία των φύλων, ενώ πολλές εξισωτικές κοινωνίες αντιστάθηκαν. Η ιστορία των ασύμμετρων κοινωνιών περικλείει, εκτός των άλλων, και την ιστορία ανάδειξης της ανδρικής κυριαρχίας. Ο άνδρας υποβάθμισε τη γυναίκα με πολλούς τρόπους: με την πολυγυνία και το χαρέμι, το στιγματισμό της ως μιασμένη (Webster 1952:13-62), με το μύθο ότι παλαιότερα ασκούσε δεσποτική εξουσία στον άνδρα (ο μύθος αυτός επηρέασε την ιδέα της μητριαρχίας, βλέπε Bachofen 1967:173), τον αποκλεισμό από το ιερατικό λειτούργημα, την υποταγή της στον κώδικα τιμής/ντροπής, τη θυγατροκτονία, το εμπόριο λευκής σαρκός και την πορνεία, το κυνήγι των μαγισών, την πνευματική της υποτίμηση και πολλά άλλα. Η υποβάθμισή της διαποτίζει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, ακόμα και τη γλώσσα. Παράδειγμα είναι οι λέξεις «επανδρώνω», «ανδρείος», «ανδροπρεπής», «θηλυπρεπής», «εκθηλύνεται», «γυναικοδουλειά» κ.ά.. Η γυναίκα αποκαλείται «μπόγος», «τσόκαρο», «πανί». Λέμε τενόρος=υψίφωνος και πριμαντόνα=υψίφωνος αλλά και «υπόπτου ηθικής». Λέμε επίσης μετρ=επόπτης αλλά μετρέσα=σπιτωμένη. Από την άλλη πλευρά, η γυναίκα δεν σταμάτησε να αντιδρά στην υποβάθμισή της, με στήριγμα τον πρωτεύοντα ρόλο της στη λειτουργία της αναπαραγωγής, τη συμμετοχή της στην υλική παραγωγή και την αμφισημία της διάκρισης των φύλων. Πολύ συχνά, κατά το πέρασμα στη γεωργική παραγωγή, επειδή η γεωργία ήταν δική της ανακάλυψη και απασχόληση, πέτυχε να ανανεώσει το θεσμό του μητρογραμμικού γένους που της έδινε κύρος (Farb 1971:82). Σε κοινωνίες της Αφρικής και της Αυστραλίας υπήρξαν γυναικείες μυστικές εταιρείες με δικές τους τελετουργίες (Apter 1998:70). Αναφέρεται στρατός γυναικών στη Βραζιλία που τον αντιμετώπισαν οι Πορτογάλοι, γι’ αυτό ονόμασαν την περιοχή Αμαζονία, σε αναφορά προς τις Αμαζώνες της αρχαιότητας. Γυναικείος στρατός υπηρξε επίσης στην Νταχομέη και αλλού. Η γυναίκα ασκεί το εμπόριο και έχει το δικαίωμα των εξωσυζυγικών σχέσεων στους ψαράδες της Βραζιλίας (Robben 1989:582) και στους Νούπε της Νιγηρίας (Borofsky 1994:80) και στην υποσαχάρια Αφρική μπορεί να επιβάλει εξοστρακισμό στον άνδρα που θα την προσβάλει (Ardener 1973:428). Στο Αιγαίο ήταν ιδιοκτήτρια των μύλων. Επειδή η ιδεολογία της ανδροκρατίας κατέχει δεσπόζουσα θέση στον κυρίαρχο λόγο, δεν γίνονται ορατές οι αντιστάσεις και οι κοινωνικές κατακτήσεις της γυναίκας. Συμβαίνει, μάλιστα, και το αντίστροφο. Να ισχυρίζεται ο άνδρας ότι “η γυναίκα έχει τον πρώτο λόγο”. Αλλά αυτό μπορεί να ισχύει μέσα στο σπίτι, ενώ αποκρύπτεται ότι στη δημόσια ζωή και στις διαδικασίες των αποφάσεων η γυναίκα δεν έχει ούτε λόγο ούτε καν παρουσία. Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, η γυναίκα κατέχει πιο ευνοϊκή θέση από τις άλλες κατηγορίες κοινωνικής διάκρισης -δούλους, αλλόδοξους κ.ά. Πέρα από τη λειτουργία της αναπαραγωγής, την ανατροφή των παιδιών και το ρόλο της στην παραγωγή (καλλιέργεια, υφαντική κ.ά.), διαχειρίζεται επίσης διάφορους τομείς του κοινωνικού καταμερισμού, που ποικίλουν για κάθε κοινωνία: τις τελετουργίες ταφής ή το θρήνο, τη μαιευτική, τη θεραπευτική, το εμπόριο, τη μαντική. Ανάλογα με τη θέση της αυτή, μετριάζεται η υποτέλειάς της. Αλλά ποτέ δεν εξαλείφεται. Κριτήριο του βαθμού της υποτέλειάς της είναι η μορφή της ανδρικής βίας που υφίσταται. Το ρεπερτόριο της βίας είναι πλουσιότατο. Το διαπιστώνουμε εάν κάνουμε μια στοιχειώδη καταγραφή από τους καταναγκασμούς που έχει υποστεί η γυναίκα κατά διάφορες εποχές στις διάφορες κοινωνίες. Απαγορεύσεις στη στάση του σώματος: σκυφτό σώμα στις Μανιάτισες, χαμηλό βλέμμα, κλειστά τα πόδια όταν κάθεται (πριν το 1940). Περιορισμούς στο ντύσιμο και στην κόμμωση: μακριά μαλιά, καλύπτρα (στην αρχαιότητα και σήμερα στο Ισλάμ), φερετζές. Θεωρείται σε πολλές κοινωνίες «θήραμα» του άνδρα και οποιαδήποτε πρωτοβουλία της στη σύναψη ερωτικής σχέσης συνεπάγεται την έκπτωσή της στη θέση της πόρνης. Υφίσταται αποκλεισμό από το γεύμα των ανδρών (στο Βυζάντιο και στο Ισλάμ), από τα ποτά (επιτρέπεται μόνο το λικέρ) και από ορισμένες τροφές. Υπόκειται σε παγορεύσεις στην ενασχόληση: αθλήματα, ποδόσφαιρο, οπλοχρησία, κυνήγι, μουσικές κομπανίες κ.ά. Απαγόρευση της παρουσία της στον ανδρωνίτη (στην Ωκεανία) και σε άλλους χώρους των ανδρών: καφενείο, ταβέρνα, μπιλιάρδο (μέχρι τον 20ό αιιώνα). Απαγόρευση της παρουσίας της στο θέατρο (στην αρχαιότητα και μέχρι την Κομέντια ντελ Άρτε). Περιορισμός της κατά το εκκλησίασμα στο γυναικωνίτη. Κλείσιμο σε μοναστήρι (στη φεουδαρχική Ευρώπη) και απομόνωση στην περίοδο των εμμήνων (στις απλές κοινωνίες). Αποκλεισμός από τα κύρια επαγγέλματα (τη ναυτιλία, την οδήγηση οχήματος, την πυροσβεστική κ.ά.) και από τις επιστήμες –έως τον 20ό αιώνα απαγορευόταν η είσοδός της στα πανεπιστήμια. Αποκλεισμός από την ισοτιμία αμοιβής, όταν βγει στην εργασία. Αποκλεισμός από τη μόρφωση και την τέχνη: οι πρώτες γυναίκες συγγραφείς δημοσίευαν με ανδρικό ψευδώνυμο· οι γυναικείοι ρόλοι στο θέατρο παίζονταν από άνδρες με μάσκα, πράγμα που ισχύει ακόμα στην Ιαπωνία. Η θέση του μαέστρου παραμένει στη Δύση απαγορευτική γι’ αυτήν. Περιορισμός από τις διευθυντικές θέσεις και την πολιτική ζωή. Αποκορύφωμα της βίας είναι το δικαίωμα της θανάτωσής της: από τον πάτερ φαμίλια για λόγους τιμής, με λιθοβολισμό εάν μοιχεύση ή και άν βιαστεί. Κατά το έθιμο σάτι της Ινδίας, η γυναίκα καιγόταν ζωντανή στη νεκρική πυρά του συζύγου της –αν και απαγορεύτηκε από την αγγλική αποικιοκρατία, το 1829, το έθιμο αυτό συνεχίστηκε να τηρείται σε ορισμένες περιοχές πολλές δεκαετίες μετά. Στη Δυτική κοινωνία η θέση της γυναίκας επιδεινώθηκε γιατί έχασε τα ερείσματά της. Εκτοπίστηκε από την παραγωγή, καθώς και από πολλούς τομείς του κοινωνικού καταμερισμού και απομονώθηκε στον ιδιωτικό χώρο με συντροφιά το κέντημα και τη φύλαξη της αρετής. Η εργασία της στα οικιακά, χωρίς διακοπή τις Κυριακές και τις γιορτές, απαξιώθηκε εντελώς και η ίδια μετατράπηκε σε άτομο νευρωτικό, χωρίς λογική, σε επικίνδυνη βαμπίρ ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε διακοσμητικό αντικείμενο του άνδρα. Το ρόλο της αυτόν τον παίζει είτε με τρόπαιο τα κοσμήματα είτε με την απόκρυψη της υποβάθμισής της κάτω από τη ρητορική της αβροφροσύνης (ετικέτα, προσφορά λουλουδιών κ.ά.), που κάνουν έντονη την αμφισημία της διάκρισης. Αυτό οφείλεται στη βαθιά αντίφαση της Δύσης, η οποία προβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα τα καταπατά ως κοινωνία «των ελεύθερων επιλογών». Από τη μια πλευρά, έδωσε στη γυναίκα τη δυνατότητα να μεταφέρει την πάλη της ισοτιμίας από το επίπεδο του άρρητου, δηλαδή από τις νευρώσεις και την πονηρία, στο επίπεδο του ρητού και των θεσμικών διεκδικήσεων με πολλές μορφές. Από την άλλη, όσες κατακτήσεις πέτυχε με τους αγώνες της, όπως είναι η σεξουαλική απελευθέρωση (Kaufmann 1997:220), το δικαίωμα στη δημόσια εργασία και στο διαζύγιο, τις μετέτρεψε σε νέες μορφές υποτέλειας, εντείνοντας την έμφυλη βία. Η Δυτική κοινωνία είναι η μόνη που γύμνωσε σε κοινή θέα τη γυναίκα. Όπως αναφέρθηκε, ο νεοφιλελευθερισμός οξύνει τις διακρίσεις και τις μορφές ανισότητας. Εφόσον αυξάνουν οι κοινωνικές αντιθέσεις και διαταράζεται η δομή του συστήματος, η εξουσία κινητοποιεί όλους τους τρόπους διάκρισης και επιβολής για να διατηρήσει την κυριαρχία της. Ιδιαίτεραγια την όξυνση της διάκρισης των φύλων συντρέχουν και οι παρακάτω λόγοι. Ο πρώτος πηγάζει από τη διάλυση του κοινωνικού ιστού η οποία είναι δομικά εγγενής με την ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού. Μετά το, Β’ παγκόσμιο πόλεμο, οπότε εντάθηκε η επεκτατική τάση του βιομηχανικού συστήματος επιδιώχθηκε η απόσπαση των ατόμων από την οικονομική εξάρτησή τους από το σόι, για να μετατραπούν σε διαθέσιμους μισθωτους εργάτες –για το σκοπό αυτό επιστρατεύτηκαν και οι ανθρωπολόγοι. Για τον ίδιο σκοπό επιδιώχθηκε η κατάλυση και των άλλων δεσμών συλλογικότητας, πράγμα που είχε επιδιωχθεί και από προγενέστερες μορφές εξουσίας –π.χ. η προσπάθεια διάλυσης των οίκων από τις απολυταρχίες ή από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Τον 12ο α. η καθολική Εκκλησία καταδίκασε τον ιπποτικό έρωτα επειδή επρόσβαλλε τον ύψιστο δεσμό, το δεσμό με το σύμβολο της εξουσίας, δηλαδή τηναφοσίωση στο θεό. Στην εποχή του νεοφιλευθερισμού η διάλυση των κοινωνικών δεσμών επιτεύχθηκε τόσο μέσα από την ίδια τη δομική του συγκρότηση, π.χ. με την εξαφάνιση της γειτονιάς και της αλάνας κατά τη συγκρότηση των μεγαλουπόλεων, όσο και διαμέσου της ηγεμονίας στην πολιτισμική ζωή, π.χ. με τη δυσφήμιση του έρωτα (με αφετηρία τα ερωτικά τρίγωνα του θεάτρου βουλεβάρτου). Γενικά, μετά το 1950 οι δεσμοί της φιλίας, της γειτονιάς και του έρωτα υποβαθμίζονται. Η χαριστική βολή δόθηκε από την κοινωνία της κατανάλωσης, όπως έδειξε ο Bauman, που αντικατάστησε το συναισθηματικό κόσμο από την υλική απόλαυση. Η δυσφήμηση του έρωτα οδήγησε στην ανάπτυξη του σεξισμού, χαρακτηριστικό σύμπτωμα της Δυτικής κοινωνίας. Οφείλεται στην ικανότητα του ανθρώπου -που λείπει από όλα τα θηλαστικά- να έχει συνεχή οίστρο, χάρη στον οποίο διατηρείται η συμβίωση των δύο φύλων απαραίτητη για τη μακρόχρονη φροντίδα ανάπτυξης του παιδιού, εφόσον η ύπαρξη του ανθρώπου εξαρτάται από την επίκτητη μάθηση. Αυτό, όμως, οδήγησε στο διαχωρισμό της αναπαραγωγικής λειτουργίας από τη σεξουαλική και, κατά τις συνθήκες αύξησης της ανισότητας και μείωσης του ερωτικού ή συναισθηματικού δεσμού, στη σεξουαλική εκμετάλλευση της γυναίκας από τον άνδρα. Ενώ στις άλλες κοινωνίες οι αναπαραστάσεις συνουσίας ανάγουν στην αναπαραγωγική λειτουργία, στη Δυτική ανάγουν στη σεξουαλική υποτέλεεια της γυναίκας. Δεύτερος σημαντικός λόγος είναι, ότι η πορεία του παγκόσμιου σύστηματος οδηγείται στην αποδόμηση και την κατάρρευση (Meadows et al 1999:192), επομένως, προκαλεί έξαρση της βίας σε όλες τις σχέσεις κοινωνικής διαφοράς, όπως είναι και η διάκριση των φύλων. Επειδή η διάκριση αυτή είναι παγκόσμια, όπως είδαμε, η βία στη γυναίκα είναι γενικευμένη. Ξεκίνησε με την εικονική βία της πορνογραφίας μόλις άρχισε η κρίση, στις αρχές του ’70 –στην Ελλάδα έγινε από την «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της Χούντας- για να καταλήξει σε ένταση της άμεσης βίας. Το δημόσιο γύμνωμά της –στη διαφήμηση, στα σόου, στις ταινίες- συνιστά την άσκηση βίας στο σώμα της από το ανδρικό βλέμμα του ηδονοβλεψία. Ανάλογη άσκηση βίας στο σώμα της είναι η υποταγή της στα πρότυπα των top model με διάφορες δίαιτες. Η απαγόρευση της έκτρωσης και η γενίκευση της καισαρικής στον τοκετό αποτελούν άσκηση της βίας στο σώμα της διαμέσου της ιατρικής. Η πρώιμη εμμηνόπαυση στις αναπτυγμένες χώρες οφείλεται στη βία που υφίσταται ο ψυχισμός της από το άγχος της καταπίεσης (Seward 1954:179). Η βία στον ψυχισμό της ευθύνεται επίσης για την κατάθλιψη που παρουσιάζει στη Δύση και για τις κρίσεις υστερίας που εκδηλώνει στις άλλες χώρες. Στην Ελλάδα το 56% δηλώνει ότι έχει υποστεί ψυχολογική βία. Η γυναίκα υπήρξε το πρώτο θύμα της οικονομικής κρίσης. Είτε άμεσα, με την ανάληψη όλου του βάρους επιβίωσης της οικογένειας, στην Αφρική και αλλού, είτε έμμεσα, υφιστάμενη τις εκρήξεις της ψυχολογικής πίεσης του χρεωμένου ή άνεργου συζύγου. Αναφέρονται δύο περιπτώσεις στην Ελλάδα, το 2010, όπου εξαιτίας της κρίσης ο άνδρας αυτοκτόνησε, σκοτώνοντας προηγούμενα τη γυναίκα του. Η βία στο σώμα και στην προσωπικότητά της γυναίκας εντείνεται σε όλους τους τομείς. Στον ιδιωτικό τομέα ασκείται κυρίως από το σύντροφό της και σε ακραίες περιπτώσεις από τον πατέρα, με βιασμό. Στο δημόσιο τομέα ασκείται ή με τη σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας ή με την απόλυση και την υψηλή ανεργία ή με τον βιασμό από αγνώστους. Τους βιασμούς αυτούς συνήθως διστάζει να τους καταγγείλει, γιατί αυτό μπορεί να αποβεί σε βάρος της. Στην Ελλάδα διαπράττονται 4.500 βιασμοί το χρόνο από τους οποίους καταγγέλλονται οι 270 και τελικά καταδικάζονται οι 20. Ανάλογα με τη χώρα, το 30% έως 50% των γυναικών δηλώνουν κακοποίηση από το σύντροφό τους. Στην Πορτογαλία το ποσοστό είναι 56%. Το ποσοστό είναι μεγαλύτερο στις κατώτερες τάξεις, επειδή ο άνδρας στις τάξεις αυτές, που ταπεινώνεται από τους ανωτέρους του, δεν έχει που αλλού να ασκήσει το δικαίωμα της ανδρικής εξουσίας του. Η εικόνα της ανδρικής βίας σε αριθμούς είναι θλιβερή. Σύμφωνα με τις στατιστικές, στους 100 δολοφόνους οι 99 είναι άνδρες. Μια άλλη μάσιγα είναι η διακίνηση και το εμπόριο των γυναικών. Κατά την Δ.Ο.Ε. το δουλεμπόριο του σεξ διαχειρίζεται 1,4 εκατομμύρια γυναίκες με κέρδη 31,7 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Στις ΗΠΑ κάθε μέρα γίνονται 600 βιασμοί και τρεις φόνοι γυναικών. Στη Γερμανία φονεύονται 300 γυναίκες το χρόνο από το σύντροφό τους και στην Αγγλία 120. Απόγειο έξαρσης της ανδρικής βίας είναι το φαινόμενο, που τείνει να παγιωθεί σε έθιμο, όπου στις πολεμικές επιχειρήσεις οι νικητές βιάζουν τις γυναίκες των ηττημένων. Είναι προφανές ότι η τραγική αυτή έξαρση της βίας συνδέεται άρρηκτα με την αποδόμηση του συστήματος. Το γεγονός ότι οι δείκτες της ακραίας βίας είναι μεγαλύτεροι στις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ρήξη της ιεραρχημένης δόμησης της κοινωνίας. Πρόκειται καθαρά για φαινόμενο παρακμής και κατάρρευσης του σύγχρονου δυτικοποιημένου πολιτισμού. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια αναστολής της ανδρικής βίας μέσα από μεταρρύθμιση του συστήματος βαρβαρότητας που ζούμε είναι ανεδαφική. Ούτε οι θεσμοποιημένες οργανώσεις για την προστασία των κακοποιημένων γυναικών μπορούν να αναιρέσουν την αιτία της (Adelman 2008:512) ούτε η ρητορική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να αναστείλει το τράφικ των γυναικών (Constable 2008:515). Η μοναδική έξοδος δεν μπορεί να είναι άλλη από την πάλη για τη μεταδόμησή του συστήματος σε μιαν άλλη, πιο ανθρώπινη κοινωνία.

Επιλεκτική βιβλιογραφία

Adelman, M., 2008, “The ¨Culture¨ of the Global Anti-Gender Violence Social Movement”. Amer. Anthr/gist 110 (4).

Apter, A. 1998, «Discourse and its disclosures: Yoruba women and the sanctity of abuse». Africa 68 (1).

Ardener, S., 1973, «Sexual insult and female militancy». MAN 8 (3).

Bachofen, J., 1967, Myth, Religion, and Mother Right [1861]. Princeton Univ. Press.

Borofsky, R. (ed.), Assessing Cultural Anthropology: Introduction. New York, McGraw-Hill.

Bourdieu, P., 1996, Η ανδρική κυριαρχία. Αθήνα, Δελφίνι.

Constable, M., 2008, “A Global Vision of Social Justice?” Amer. Anthr/gist 110 (4).

Engels, F., 1945, Η καταγωγή της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και του κράτους. Αθήνα, Μάρης.

Farb, P., 1971, Man’s Rise to Civilisation. London, Paladin.

Goffman, E., 1984, Stigma. Harmondsworth, Peguin. Goffman, E., 1990, The presentation of self in everyday life [1959].

Harmondsworth, Peguin. Ingold, T. et al (eds) Hunters and Gatherers I. Oxford, Berg.

Kaufmann, J.-C., 1997, Σώματα γυναικών, βλέμματα ανδρών. Αθήνα, Μαραθιάς.

Leacock, E., 1978, «Women’s Status in Egalitarian Society: Implication for social Evolution». Current Anthr/gy 19 (2).

Meadows, D. et al, 1999, Πέρα από τα όρια. Καλαμάτα, Οικολογική Κίνηση.

Riviére, P., 1974, “The Couvade, a problem reborn”. MAN 9 (3).

Robben, A., 1989, «Habits of the Home: Spatial Hegemony and the Structuration of House and Society in Brazil». Amer. Anthr/gist 91 (3).

Seward, H., 1954, Sex and Social Order. Harmondsworth, Pelican. Webster, H., 1952, Le Tabu. Paris, Payot.

Σωτήρης Δημητρίου 14/11/11

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Ανθρωπολογία, Θεωρία, Κοινωνία, Φύλο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s