ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ (Του Immanuel Wallerstein) ΜΕΡΟΣ Δ’ (Τελευταίο)

Στο παγκόσμιο πολιτικό πεδίο, η παγκόσμια πολιτική αριστερά έκανε όλο και πιό πολύ τους εκλογικούς στόχους δευτερεύοντες, και ξεκίνησε την οργάνωση ενός «κινήματος των κινημάτων» -αυτό που έφτασε να ταυτίζεται με το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ (ΠΚΦ), που συνήλθε αρχικά στο Πόρτο Αλέγκρε, κι αναφέρεται συχνά με αυτό σαν σύμβολο. Το ΠΚΦ δεν είναι ένας οργανισμός, αλλά ένας χώρος συνάντησης ακτιβιστών διαφόρων τάσεων και αντιλήψεων, που εμπλέκονται σε διάφορες συλλογικές δράσεις, παγκόσμιες, περιφερειακές ή τοπικές σε όλον τον κόσμο. Το σύνθημά τους, «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», δηλώνει την αίσθησή τους ότι το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται σε δομική κρίση, κι ότι οι πολιτικές εναλλακτικές λύσεις είναι πραγματικές. Ο κόσμος αντιμετωπίζει όλο και πιό πολύ μια μάχη σε πολλά μέτωπα μεταξύ του πνεύματος του Νταβός και του πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε.

Η δραματική επίθεση του Οσάμα Μπιν Λάντεν στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου το 2001, σηματοδότησε μια παραπέρα ένδειξη του παγκόσμιου πολιτικού χάους και ένα σημείο καμπής στις πολιτικές συμμαχίες. Επέτρεψε σε αυτούς από την δεξιά που επεδίωκαν να κόψουν τους δεσμούς τους με το κέντρο, να προωθήσουν ένα πρόγραμμα μονομερών απαιτήσεων της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με μια προσπάθεια ακύρωσης των πολιτισμικών εξελίξεων στο παγκόσμιο σύστημα που είχαν δρομολογηθεί μετά την επανάσταση του 1968 (ειδικά στα πεδία του ρατσισμού και της σεξουαλικότητας). Στην πορεία προσπάθησαν να διαλύσουν πολλές από τις δομές που είχαν στηθεί μετά το 1945, που θεωρούσαν οτι περιόριζαν τις πολιτικές τους. Όμως αυτές οι προσπάθειες απειλούσαν να χειροτερέψουν την ήδη αυξανόμενη αστάθεια του παγκόσμιου συστήματος.

Αυτή είναι μια εμπειρική περιγραφή της χαοτικής κατάστασης στο παγκόσμιο σύστημα. Τι μπορούμε να περιμένουμε σε μια τέτοια κατάσταση; Το πρώτο πράγμα που σημειώνουμε είναι ότι περιμένουμε, αυτό που ήδη βλέπουμε, άγριες διακυμάνσεις σε όλα τα θεσμικά πεδία του παγκόσμιου συστήματος. Η παγκόσμια οικονομία υπόκειται σε οξείς κερδοσκοπικές πιέσεις, που δεν ελέγχονται από βασικούς οικονομικούς θεσμούς και σώματα ελέγχου, όπως οι κεντρικές τράπεζες. Ένας υψηλός βαθμός βίας, εκρύγνηται παντού σε μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις, και σε σχετικά μεγάλη διάρκεια. Κανείς πιά δεν έχει την δύναμη να καταστείλει αυτές τις εκρήξεις αποτελεσματικά. Οι ηθικοί περιορισμοί παραδοσιακά εμφορούμενοι από κράτη και θρησκείες, βρίσκουν την αποτελεσματικότητά τους αισθητά μειωμένη.

Από την άλλη μεριά, ακριβώς επειδή το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθεί να λειτουργήσει με τους συνήθεις τρόπους. Το αντίθετο. Στο βαθμό που οι συνήθεις τρόποι οδήγησαν σε αιωνόβιες τάσεις που πλησιάζουν στο ασύμπτωτο, το να συνεχίζουν με τους συνήθεις τρόπους, απλά επιδεινώνει την κρίση. Παρόλα αυτά η εξακολούθηση των παλιών συνηθειών θα είναι πιθανότατα η συμπεριφορά των πιό πολλών ανθρώπων. Οι συνηθισμένοι τρόποι είναι και οι πιό οικείοι, και υπόσχονται βραχυχρόνια ωφέλη, αλλιώς δεν θα ήταν και συνηθισμένοι. Ακριβώς επειδή οι διακυμάνσεις είναι πολύ πιό άγριες, οι περισσότεροι άνθρωποι θα αναζητήσουν ασφάλεια επιμένοντας στις παλιές τους συμπεριφορές.

Σίγουρα, οι περισσότεροι θα αναζητήσουν μεσοπρόθεσμες προσαρμογές στο σύστημα, που θα επιχειρηματολογήσουν ότι προσφέρουν ελάφρυνση στα υπάρχοντα προβλήματα. Αυτό όμως, είναι επίσης ένας συνηθισμένος τρόπος, και στην μνήμη των πιό πολλών ανθρώπων, ένας τρόπος που έχει δουλέψει καλά στο παρελθόν κι αξίζει να δοκιμαστεί ξανά. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια συστημική κρίση, τέτοιες μεσοπρόθεσμες προσαρμογές έχουν ελάχιστο αποτέλεσμα. Αυτό είναι άλλωστε και το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του φαινομένου που ονομάσαμε συστημική κρίση.

Άλλοι θα αναζητήσουν μονοπάτια μετασχηματισμού, συχνά κάτω από τον μανδύα μεσοπρόθεσμων λύσεων. Ελπίζουν να εκμεταλλευτούν τις άγριες ταλαντώσεις της μεταβατικής περιόδου για να εισάγουν βασικές αλλαγές στους τρόπους διαχείρισης, που θα σπρώξουν την διαδικασία πρός την μιά πλευρά της διακλάδωσης. Είναι αυτή η τελευταία μορφή συμπεριφοράς, που θα έχει τις μεγαλύτερες συνέπειες. Στην παρούσα κατάσταση, είναι αυτό που περιγράψαμε ως την πάλη ανάμεσα στο πνεύμα του Νταβός και το πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε. Αυτή η πάλη δεν είναι ίσως στο επίκεντρο της προσοχής των ανθρώπων. Και φυσικά, αρκετοί από τους μετέχοντες στην πάλη μπορεί να το βρίσκουν πιό συμφέρον να μην προκαλούν την προσοχή στα πραγματικά διακυβεύματα αυτής της πάλης, για να μήν έχουν την αντίδραση που θα προκαλούσε η ανοιχτή δήλωση των επιδιώξεών τους.

Δεν μπορούν να ειπωθούν και πάρα πολλά για μια μάχη που τώρα μόλις ξεκινάει να εκτυλίσσεται, της οποίας το χαρακτηριστικό είναι η πλήρης αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα, όπως και η αδιαφάνεια των όρων διεξαγωγής της. Μπορούμε να την φανταστούμε σαν σύγκρουση θεμελιωδών αξιών, ή ακόμα και «πολιτισμών», αρκεί να μην ταυτίζουμε τις δυό πλευρές με υπάρχοντες λαούς, φυλές, θρησκευτικές ομάδες ή άλλες ιστορικές ομαδοποιήσεις. Το σημείο κλειδί της συζήτησης είναι ο βαθμός στον οποίο, οπιοδήποτε κοινωνικό σύστημα, αλλά στην περίπτωσή μας το κοινωνικό σύστημα που θα οικοδομήσουμε στο μέλλον, θα γύρει στην μιά κατεύθυνση ή στην άλλη σε σχέση με δύο μακροχρόνια κεντρικά ζητήματα της κοινωνικής οργάνωσης –την ελευθερία και την ισότητα- ζητήματα που είναι πολύ περισσότερο αλληλοεξαρτώμενα από ότι η κοινωνική σκέψη στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί.

Το ζήτημα της ελευθερίας (ή «δημοκρατίας») περιβάλλεται με αρκετή υπερβολή στον σύγχρονο κόσμο μας, έτσι που είναι δύσκολο πολλές φορές να διακρίνουμε τα πραγματικά προβλήματα που κρύβει. Μπορεί να μας βοηθήσει μια διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία της πλειοψηφίας και την ελευθερία της μειοψηφίας. Η ελευθερία της πλειοψηφίας βρίσκεται στον βαθμό, στον οποίο οι συλλογικές πολιτικές αποφάσεις αντανακλούν στην ουσία τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας, σε αντίθεση με μικρότερες ομάδες που στην πράξη ελέγχουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτό δεν είναι απλά ένα θέμα «ελεύθερων εκλογών», παρόλο που αναμφίβολα, έντιμες, ανοιχτές εκλογές είναι ένα αναγκαίο αλλά όχι ικανό μέσο μιας δημοκρατικής δομής. Η ελευθερία της πλειοψηφίας απαιτεί την ενεργή συμμετοχή της πλειοψηφίας. Απαιτεί την πρόσβαση στην πληροφόρηση από την πλειοψηφία. Απαιτεί μορφές μετάφρασης των απόψεων της πλειοψηφίας σε πλειοψηφούσες απόψεις των νομοθετικών σωμάτων. Είναι αμφίβολο αν οποιοδήποτε υπάρχον κράτος στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα είναι δημοκρατικό με αυτήν την έννοια.

Η ελευθερία της μειοψηφίας είναι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα όλων των ατόμων και ομάδων να έχουν τις προτιμήσεις τους σε όλα εκείνα τα πεδία που η πλειοψηφία δεν έχει νομιμοποίηση να επιβάλλει τις δικές της στους άλλους. Τυπικά, τα περισσότερα κράτη στο παγκόσμιο σύστημα έχουν δώσει ελευθερία λόγου σε αυτά τα δικαιώματα, μόνο σαν εξαιρέσεις των προτιμήσεων της πλειοψηφίας. Ορισμένα έχουν κιόλας προωθήσει την έννοια, όχι μόνο σαν μια αρνητική προστασία, αλλά και σαν μια θετική συνεισφορά προς την οικοδόμηση ενός ιστορικού συστήματος με πολλές διαφορετικές τάσεις. Τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα έδιναν έμφαση σε ότι θα αποκαλούσαμε την ελευθερία της πλειοψηφίας. Οι επαναστάτες του 1968 έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στην διεύρυνση της ελευθερίας της μειοψηφίας.

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι όλοι είναι πράγματι υπέρ της ελευθερίας, που είναι μια χονδροειδής υπόθεση, υπάρχει τεράστια και ατέρμονη δυσκολία να αποφασίσει κανείς, που βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της πλειοψηφίας και την ελευθερία των μειοψηφιών –δηλαδή, σε ποιές σφαίρες και ποιά ζητήματα η μιά ή η άλλη πρέπει να είναι σε προτεραιότητα. Στην μάχη για το σύστημα (ή τα συστήματα) που θα διαδεχτεί το υπάρχον παγκόσμιο σύστημα, το θεμελιώδες σχίσμα θα είναι μεταξύ αυτών που θα θέλουν να διευρύνουν καί τα δύο είδη ελευθεριών –αυτό της πλειοψηφίας κι αυτό των μειοψηφιών- κι αυτών που θα παλέψουν να δημιουργήσουν ένα μη-ελευθεριακό σύστημα, με το πρόσχημα ότι υπερασπίζονται είτε την ελευθερία της πλειοψηφίας είτε την ελευθερία των μειοψηφιών. Σε αυτή την μάχη είναι σαφές το τί ρόλο παίζει η αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια οδηγεί σε σύγχηση, κι αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό αυτών που θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία.

Η ισότητα συχνά τίθεται σαν μια έννοια που είναι σε σύγκρουση με την ελευθερία, ειδικά αν εννοούμε σχετική ισότητα πρόσβασης στα υλικά αγαθά. Στην πραγματικότητα είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Στον βαθμό που υπάρχουν ουσιαστικές ανισότητες, δεν είναι δυνατό να δίνεται το ίδιο βάρος σε όλα τα πρόσωπα στο να ελέγχουν τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας. Καί δεν είναι δυνατό να γίνει σεβαστή η ελευθερία της μειοψηφίας αν η μειοψηφία δεν είναι ίση στα μάτια όλων –ίση κοινωνικά και οικονομικά, για να μπορεί να είναι καί πολιτικά. Η έμφαση στην ισότητα, αναγκάζει την πλειοψηφία να συνειδητοποιήσει την ελευθερία της και να ενθαρρύνει και την ελευθερία των μειοψηφιών.

Στην κατασκευή του διάδοχου συστήματος (ή συστημάτων) που θα αντικαταστήσει το υπάρχον, θα επιλέξουμε είτε ένα ιεραρχικό σύστημα που θα απονέμει ή θα επιτρέπει προνόμια ανάλογα με την θέση στην ιεραρχία του συστήματος, ανεξαρτήτως του πώς ορίζεται αυτή η ιεραρχία (συμπεριλαμβανομένων και των «αξιοκρατικών» κριτηρίων) είτε ένα σχετικά δημοκρατικό, σχετικά εξισωτικό σύστημα. Μιά από τις αρετές του υπάρχοντος συστήματος είναι οτι, ενώ δεν έχει επιλύσει καμμιά από αυτές τις αντινομίες –μακράν από κάτι τέτοιο- φέρνει την συζήτηση γι αυτές, όλο και πιό πολύ στο προσκήνιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι γνωρίζουν αυτά τα ζητήματα πολύ περισσότερο απότι έναν αιώνα πρίν, πόσο μάλλον απότι πέντε αιώνες πριν. Είναι πιό ενημερωμένοι, με μεγαλύτερη διάθεση να παλέψουν για τα δικαιώματά τους, πιό σκεπτικοί απέναντι στην ρητορική της εξουσίας. Όσο κι άν το σύστημα βρίσκεται σε πόλωση, αυτή τουλάχιστον είναι μια θετική εξέλιξη.

Η περίοδος μετάβασης από ένα σύστημα σε ένα άλλο είναι μια περίοδος ισχυρής πάλης, μεγάλης αβεβαιότητας, και μεγάλης αμφιβολίας για τις δομές της γνώσης. Χρειάζεται πρώτα απόλα να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Μετά, χρειάζεται να κάνουμε τις επιλογές μας σε σχέση με την κατεύθυνση στην οποία θέλουμε να προχωρήσει ο κόσμος. Και εν τέλει, πρέπει να σκεφτούμε πώς χρειάζεται να δράσουμε στο παρόν, έτσι ώστε να κάνουμε πιό πιθανή την επικράτηση της κατεύθυνσης που επιθυμούμε. Μπορούμε να σκεφτούμε γι αυτά τα τρία καθήκοντα, σαν το διανοητικό, το ηθικό και το πολιτικό καθήκον αντίστοιχα. Είναι διαφορετικά, αλλά είναι στενά συνδεδεμένα. Κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτά τα καθήκοντα. Αν ισχυριζόμαστε κάτι τέτοιο, στην ουσία κάνουμε μια συγκαλυμένη επιλογή. Τα καθήκοντα μπροστά μας είναι εξαιρετικά δύσκολα. Όμως μας προσφέρουν, ατομικά και συλλογικά, την δυνατότητα της δημιουργίας, ή τουλάχιστον της συνεισφοράς στην δημιουργία μιας κατάστασης που θα εκπληρώσει καλύτερα τις συλλογικές μας δυνατότητες.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Θεωρία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s